Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

ΑΠΟΛΙΘΩΜΑΤΑ: ΓΝΩΡΙΣΤΕ ΤΗΝ ΠΑΝΙΔΑ ΚΑΙ ΧΛΩΡΙΔΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ_2 (ΠΑΛΑΙΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΑΣΠΟΝΔΥΛΩΝ)


Ένας σημαντικός κλάδος της Παλαιοντολογίας είναι αυτός που ασχολείται με τα ασπόνδυλα, τους οργανισμούς δηλαδή που δεν έχουν σκελετό, εξωτερικο ή εσωτερικό.

Στα ασπόνδυλα κατατάσσονται οι Σπογγοι (PORIFERA), οι Στρωματοπόρες (STROMATOPOROIDEA), τα Κνιδόζωα (CNIDARIA), τα Βρυόζωα (BRYOZOA), τα Βραγχιονόποδα (BRACHIOPODA), οι Σκώληκες (VERMES), τα Μαλάκια (MOLLUSKA), τα Αρθροποδα (ARTHROPODA), τα Ημιχορδοτά (HEMICHORDATA), τα Εχινόδερμα (ECHINODERMATA) και άλλες μικρότερες ομάδες. 

Στη συνέχεια θα αναλυθούν μερικές απο τις πιο σημαντικές συνομοταξίες:

Εξακοράλλια απο τη υποσυνομοταξία των CNIDARIA





  1. Συνομοταξία Σπογγοι (PORIFERA).

Tα Ποροφόρα ή Σπόγγοι είναι ατελείς πολυκύτταροι υδρόβιοι βενθονικοί οργανισμοί. Από εξελικτική άποψη αποτελούν πρωτόγονα ζώα επειδή τα κύτταρά τους δρουν μεμονωμένα και όχι οργανωμένα για να σχηματίσουν ειδικευμένες ομάδες κυττάρων (ιστοί-όργανα) όπως γίνεται σε άλλους οργανισμούς. Στην πλειοψηφία τους είναι θαλάσσιοι μερικοί όμως έχουν προσαρμοστεί σε γλυκά νερά.

Ζουν κατά αποικίες, κατά ομάδες ή μεμονωμένα, προσκολλημένοι όμως πάντα σε στερεό υπόστρωμα (βράχια, όστρακα, φυτά) και αποτελούν μέρος του θαλάσσιου βένθους. Παρουσιάζουν μεγάλη προσαρμοστική ικανότητα. Συναντώνται σε ποικίλα περιβάλλοντα με διαφορετικές συνθήκες θερμοκρασίας, φωτισμού, βάθους, ρευμάτων, πυκνότητα πληθυσμού, οπότε και η αρχιτεκτονική τους (σχήμα, μορφή, μέγεθος) ποικίλλει και προσαρμόζεται αντίστοιχα. Παρατηρούνται σπόγγοι με σχήμα Άμορφης μάζας, Επιφλοιωμένες ή Επιχρίουσες μορφές αλλά και μορφές που πλησιάζουν διάφορα γεωμετρικά στερεά όπως, Σφαιρικές, Κυλινδρικές, Κωνικές κ.ά.


Το σώμα των σπόγγων μοιάζει με μαλακό σάκκο με δύο πόλους με το ένα άκρο προσκολλάται σε σταθερό υπόστρωμα ενώ στο άλλο υπάρχει ένα άνοιγμα που λέγεται στόμιο εξόδου (Osculum) και είναι το μεγαλύτερο άνοιγμα στο σώμα του Σπόγγου. Στο εσωτερικό του σπόγγου σχηματίζεται μια κοιλότητα η ψευδογαστρική κοιλότητα ή σπογγοκοιλότητα (Cloaca) η οποία καταλήγει στο Osculum. Σ’ όλο το σώμα διακρίνεται ένας μεγάλος αριθμός πόρων, αγωγών και κοιλοτήτων, στους οποίους κυκλοφορεί το θαλασσινό νερό και εξασφαλίζεται η διατροφή, η αναπνοή και η αναπαραγωγή. Η είσοδος του νερού γίνεται από πολυάριθμα μικροσκοπικά ανοίγματα στην επιφάνεια του σπόγγου μεγέθους ~ 50 μm τα οποία ονομάζονται πόροι εισόδου (Ostia). Η έξοδος του νερού γίνεται από το στόμιο εξόδου (Osculum).

Οι σπόγγοι τρέφονται “φιλτράροντας” σωματίδια τροφής από το θαλασσινό νερό


Οι Σπόγγοι έχουν εσωτερικό σκελετό που αναπτύσσεται στην ενδιάμεση (μεσεγχυματική) στοιβάδα και αποτελείται από μικρές βελόνες ή ραβδία μικροσκοπικού μεγέθους. Δύο τύποι δομικών υλικών παρατηρούνται:
Κερατινοειδείς ίνες που αποτελούνται από σπογγίνη μια σκληρή εύκαμπτη και ανθεκτική ορ-γανική ουσία που εκκρίνεται από τους σπογγινοβλάστες.

Βελόνες ή σκληρίτες (Spicules) που είναι κρυσταλλικά στοιχεία αποτελούμενα από CaCO3 ή SiO2 και εκκρίνονται από τους σκληροβλάστες.


Οι σκελετός των σπόγγων αποτελείται από ποικίλους συνδυασμούς των δομικών στοιχείων σε διάφορες αναλογίες σχήματα και μεγέθη ώστε να σχηματίζονται πλέγματα και δίκτυα που επαυξάνουν τη στερεότητα.

Παλαιοντολογικό ενδιαφέρον έχουν οι σπόγγοι με Σκληριτικό σκελετό.

Οι Σπόγγοι εμφανίστηκαν στο Κατώτερο Κάμβριο και ζουν μέχρι σήμερα. Η μέγιστη ανάπτυξή τους παρουσιάστηκε κατά το Ιουρασικό-Κρητιδικό. Παρουσιάζουν ιδιαίτερο παλαιοντολογικό και οικολογικό ενδιαφέρον. Αν και η γεωλογική τους εξάπλωση είναι μεγάλη χρησιμοποιούνται τοπικά σαν στρωματογραφικοί δείκτες σε συγκεκριμένους ορίζοντες.Σε διάφορες Γεωλογικές ηλικίες αποτέλεσαν σημαντικούς υφαλογόνους οργανισμούς.



    2.  Υποσυνομοταξία Κνιδόζωα (CNIDARIA)

Tα Κνιδόζωα είναι απλοί πολυκύτταροι θαλάσσιοι οργανισμοί. Θεωρούνται λίγο πιο εξελιγμένοι οργανισμοί από τους Σπόγγους, επειδή τα κύτταρά τους είναι οργανωμένα σε ιστούς οι οποίοι διευθετούνται ακτινωτά. Το σώμα τους είναι σακκοειδές-κυλινδρικό και αποτελείται από δύο στοιβάδες κυττάρων.

Την εξωτερική στοιβάδα ή εξώδερμα (ectoderm) και την εσωτερική στοιβάδα ή ενδόδερμα (endoderm). Μεταξύ τους παρεμβάλλεται ένα άμορφο ζελατινώδες στρώμα, η μεσογλοία (mesogloea), μ’ ένα υποτυπώδες νευρικό δίκτυο. Στο εσωτερικό σχηματίζεται μια κοιλότητα η γαστρική κοιλότητα (enteron) με πτυχωμένα εσωτερικό τοίχωμα έτσι ώστε να σχηματίζονται κατακόρυφες μεσεντέριες πτυχές. Η γαστρική κοιλότητα έχει μόνο ένα άνοιγμα το στόμα το οποίο επίσης χρησιμεύει και σαν έδρα. Το στόμα περιβάλλεται από ακτινωτά διαταγμένες κεραίες για σύλληψη της τροφής.

 ‘Ενα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των κινδόζωων, από το οποίο πήραν το όνομά τους, είναι ότι στο εξώδερμά τους και ιδίως στις κεραίες, φέρουν ειδικά κύτταρα τα κνιδοκύτταρα. Τα κύτταρα αυτά διαθέτουν, μέσα σε ειδικές κύστεις τις νηματοκύστες, ένα τοξικό υγρό που σκοτώνει μικρούς οργανισμούς π.χ. ψαράκια και προκαλεί κνησμό (φαγούρα) σε μεγαλύτερους.

Ο κύκλος ζωής στα Κνιδόζωα παρουσιάζει ένα παροδικό πολυμορφισμό και οι οργανισμοί εμφανίζονται με δύο μορφές τη μορφή του στερεωμένου Πολύποδα (Polyp) και τη μορφή της ελεύθερης Μέδουσας (medusa).

Τα Κνιδόζωα εμφανίστηκαν στο Προκάμβριο και ζουν έως σήμερα. Είναι πολύμορφα ζώα και πολλά έχουν ασβεστολιθικό ή οργανικό σκελετό.
  
  Υποδιαιρούνται σε τρεις Ομοταξίες:

Hydrozoa (Προκάμβριο-Σήμερα)
Scyphozoa (Προκάμβριο-Σήμερα)  
Anthozoa (Προκάμβριο-Σήμερα)



      3. Συνομοταξία Βραγχιονόποδα (BRACHIOPODA)



Tα βραχιονόποδα είναι μη μετακινούμενοι θαλάσσιοι βενθόβιοι οργανισμοί. Φέρουν κέλυφος αποτελούμενο από δύο άνισες αλλά με αμφίπλευρη συμμετρία θυρίδες. Εξωτερικά τα βραχιονόποδα μοιάζουν με τα Δίθυρα Μαλάκια, αλλά πρόκειται για εντελώς διαφορετικούς οργανισμούς. Τρέφονται φιλτράροντας σωματίδια τροφής από το νερό.
    
Το όστρακο των βραχιονοπόδων είναι χιτινοφωσφορικής ή ασβεστιτικής σύστασης. Αποτελείται από δύο θυρίδες: την Ραχιαία θυρίδα (Dorsal ή Brachial valve) που βρίσκεται πάνω και συνήθως είναι μικρότερη και την κοιλιακή θυρίδα (Ventral ή Pedicle valve) που βρίσκεται κάτω και είναι μεγαλύτερη. Το όστρακο στηρίζεται στον πυθμένα της θάλασσας μ’ ένα μίσχο (pedicle) που εξέρχεται είτε από ένα Τρήμα (Foramen) κοντά στο Σπόνδυλο (Umbo) της κοιλιακής θυρίδας, είτε από ένα άνοιγμα μεταξύ των δύο θυρίδων στο χώρο του κλείθρου. Η στήριξη επίσης μπορεί να γίνει με το βάρος ή με προσκόλληση. Το μέγεθος του οστράκου ποικίλλει από λίγα mm έως ~ 30 cm (Gigantoproductus). Στο εσωτερικό του οστράκου προφυλάσσονται τα μαλακά μέρη του ζώου και συναντάται ένα ιδιαίτερο όργανο αναπνοής-διατροφής, η Λοφοφόρος, όπως επίσης ζεύγη προσαγωγών και απαγωγών μυών για το ανοιγοκλείσιμο των θυρίδων.

   
 Η συναρμογή των θυρίδων γίνεται στο κλείθρο.

    
Διακρίνονται δύο ομάδες βραχιονόποδων.

Αρθρωτά (Articulata) φέρουν άρθρωση και σύστημα μυών για το ανοιγοκλείσιμο των θυρίδων, με 2 οδόντες στην κοιλιακή θυρίδα και 2 αντίστοιχες κοιλότητες (βοθρία) στη ραχιαία. Άναρθρα (Inarticulata) δεν φέρουν δόντια αλλά μόνο σύστημα μυών.


     4. Συνομοταξία Σκώληκες (VERMES)





Οι σκώληκες είναι μια μεγάλη ομάδα ζώων με γυμνό μαλακό σώμα. Απολιθώματά τους είναι σπάνια και αναφέρονται μόνο αποτυπώματά τους ή ιχνοαπολιθώματά τους (Nereites). Η μόνη ομάδα που παρουσιάζει παλαιοντολογικό ενδιαφέρον είναι η υποσυνομοταξία Annelida και ιδιαίτερα η οικογένεια Serpulae.
    
Οι Σέρπουλες (Serpulae) είναι θαλάσσιοι πολύχαιτοι σκώληκες, ζουν από τον Κάτω Παλαιοζωικό (Ορδοβίσιο) μέχρι σήμερα και παρουσιάζουν μια ιδιομορφία: σχηματίζουν σωληνοειδές περίβλημα από CaCO3 ή από συγκολλημένους κόκκους άμμου. Το περίβλημα αυτό προσκολλάται σε σταθερά υποστρώματα (πέτρες, κελύφη) ή είναι ελεύθερο και αποτελείται από ένα ελαφρά κωνικό επιμήκη σωλήνα που μπορεί να φέρει πώμα. Ο σωλήνας έχει κυκλική ή πολυγωνική τομή και μερικές φορές φέρει εξωτερική ανάγλυφη διακόσμηση από αύλακες, προεξοχές, ραβδώσεις ή είναι λείος.



     5.  Συνομοταξία Μαλάκια (MOLLUSKA)

Ζώα αμφίπλευρης συμμετρίας με ή δίχως κεφαλή. Είναι υδρόβια ζώα και φέρουν βράγχια. Το δέρμα τους πτυχώνεται σχηματίζοντας τον Μανδυακό σάκκο μέσα στον οποίο περικλείονται όλα τα μαλακά τους μέρη και τα σπλάχνα τους. Ο Μανδύας εκκρίνει ασβεστιτική ουσία και σχηματίζει όστρακο μέσα στο οποίο περικλείεται για προστασία το ζώο. Το όστρακο αποτελείται είτε από ένα τμήμα (Μονοπλακοφόρα, Γαστερόποδα, Κεφαλόποδα, Σκαφόποδα), είτε από δύο (Δίθυρα), είτε από περισσότερα τμήματα (Αμφίνευρα) και εμφανίζεται με διάφορα σχήματα. Στην πλειοψηφία τους τα όστρακα είναι εξωτερικά μερικά όμως μαλάκια φέρουν εσωτερικό όστρακο, ενώ άλλα στερούνται οστράκου.
    
Το όστρακο των Μαλακίων είναι το μόνο τμήμα τους που απολιθώνεται και η μορφολογία του είναι σημαντική στον προσδιορισμό των απολιθωμάτων.
   
 Τα Μαλάκια είναι από τις πιο διαφοροποιημένες συνομοταξίες ασπονδύλων περιλαμβάνουν ζώα που με πρώτη ματιά φαίνονται τόσο διαφορετικά που θα μπορούσαν να θεωρηθούν άσχετα μεταξύ τους (Σχ. 22). Εμφανίστηκαν στο Κάμβριο και ζουν μέχρι σήμερα με πληθώρα γενών. Είναι ζώα θαλάσσια, ελάχιστα ζουν σε γλυκά νερά (Δίθυρα, Γαστερόποδα), ενώ μόνο μια ομάδα (Πνευμονοφόρα-Γαστερόποδα) έχει προσαρμοστεί στη χερσαία διαβίωση.
  
  Το μέγεθός τους κυμαίνεται από 0.5 mm έως 5 m ή μεγαλύτερο. Αναφέρεται ότι το γιγαντιαίο καλαμάρι Architeuthis που ζει σήμερα έχει μήκος πλοκαμιών > 15 m.
   
 Η συνομοταξία Μαλάκια περιλαμβάνει τις εξής Ομοταξίες:
Monoplacophora (Κάμβριο-Σήμερα)
Amphineura (Α. Κάμβριο-Σήμερα)
Scaphopoda (Ορδοβίσιο-Σήμερα)
Bivalvia (Ορδοβίσιο-Σήμερα)
Rostroconchia (Κ. Κάμβριο-Πέρμιο)
Gastropoda (Κάμβριο-Σήμερα)
Cephalopoda (Α. Κάμβριο-Σήμερα).


  • ΟΜΟΤΑΞΙΑ ΔΙΘΥΡΑ (BIVALVIA)

    Μαλάκια που δεν έχουν κεφαλή. Φέρουν όστρακο αποτελούμενο από δύο ασβεστιτικής σύστασης θυρίδες, μέσα στο οποίο περικλείονται όλα τα μαλακά μέρη. ‘Εχουν αμφίπλευρη συμμετρία. Είναι θαλάσσια βενθονικά (επι- και ενδοβενθονικά) ζώα ενώ μερικά έχουν προσαρμοστεί στα γλυκά νερά (Unio, Anodonta).
   
 Τα Δίθυρα τρέφονται φιλτράροντας σωματίδια τροφής από το θαλασσινό νερό (μικροφάγα ζώα).


Τα παλαιότερα Δίθυρα αναφέρονται στο Μέσο Ορδοβίσιο και ανήκουν στα Παλαιοταξόδοντα. Οι διάφοροι όμως ερευνητές αναζήτησαν τους προγόνους των Διθύρων σε παλαιότερες εποχές. ‘Ετσι το γένος Fordilla του Μέσου Καμβρίου θεωρήθηκε σαν προγονικό πολύ μικρού μεγέθους Δίθυρο επειδή έχει κλείθρο με ένα δόντι και ένα βοθρίο σε κάθε θυρίδα και οπισθοδετικό σύνδεσμο.
  
  Τα τελευταία χρόνια βρέθηκαν και άλλες προγονικές μορφές Διθύρων όπως η Tuarangia στο Μ. Κάμβριο της Ν. Ζηλανδίας και το μικροσκοπικό (1 mm) γένος Pojetaia στο Κ. Κάμβριο της Αυστραλίας.
   
 Από το Μ. Ορδοβίσιο αρχίζει η ανάπτυξη και εξάπλωση των Διθύρων. Εμφανίζονται οικογένειες με Ταξοδοντικά, Δυσοδοντικά ή πρωτόγονα Ετεροδοντικά κλείθρα. Εμφανίζονται επίσης και οι πρώτες διαφοροποιημένες στον τρόπο ζωής τους μορφές (Επιβενθονικές, Ενδοβενθονικές, με βύσσο).
    
Στο Μέσο Ορδοβίσιο βρέθηκαν και Δίθυρα που είχαν ομοιότητες με άλλες Ομοταξίες. ‘Ετσι το γένος Babinka από την Τσεχοσλοβακία έχει ισομυάριο κέλυφος. Το παράξενο όμως είναι ότι φέρει και άλλα μυϊκά αποτυπώματα που μοιάζουν με τα μυϊκά αποτυπώματα του Μονοπλακοφόρου Neopilina. Το στοιχείο αυτό αφήνει ανοικτή την υπόθεση για φυλλογέννεση των μαλακίων από άλλες πηγές. Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι η παρουσία του ποδιού έδωσε στα Παλαιοζωϊκά Δίθυρα ένα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των Βραχιονοπόδων. Τα Δίθυρα είχαν δυνατότητα μετακίνησης άρα και μεγαλύτερες πιθανότητες εποικισμού-εξάπλωσης ενώ τα Βραχιονόποδα όχι.
   
 Στην αρχή του Μεσοζωϊκού παρατηρείται μια δεύτερη μεγάλη εξάπλωση των Διθύρων, η οποία συνεχίστηκε και στον Καινοζωϊκό. Η μεγάλη αυτή διάδοση αποδόθηκε στην ικανότητα των Δίθυρων να σκάβουν. Εμφανίζονται και εξαπλώνονται πολλά νέα Ετεροδοντικά και Δεσμοδοντικά Δίθυρα. Τα Δίθυρα αυτά είχαν ανεπτυγμένους σίφωνες οπότε μπορούσαν να προ-φυλάσσονται βαθειά κάτω από την επιφάνεια του πυθμένα (Mya, Tellina), ή ζούσαν σε μικρό βάθος αλλά μπορούσαν να σκάβουν γρήγορα (Cerastoderma, Donacilla, Donax). Κάποιες όμως ομάδες Διθύρων δείχνουν αξιοσημείωτη σταθερότητα και παραμένουν σχεδόν ίδια από τότε που εμφανίστηκαν όπως τα Glycymeridae που εμφανίστηκαν από το Κρητιδικό και ζουν μέχρι σήμερα δίχως σημαντική μορφολογική εξέλιξη. Και τα Trigoniidae που έζησαν επίσης στο Μεσοζωϊκό αλλά στο τέλος του Κρητιδικού σχεδόν εξαφανίστηκαν και σήμερα ζει μόνο το γένος Neotrigonia, επίσης δίχως σημαντική μορφολογική εξέλιξη.
   
 Τα Glycymeridae σήμερα παρουσιάζουν εξάπλωση. Τα Trigoniidae τείνουν να εξαφανιστούν. Και οι δύο οικογένειες ζουν σε παρόμοια περιβάλλοντα. Πιστεύεται ότι η επιβίωση των Glycymeridae οφείλεται στη συντηρητική μορφή του κελύφους, ενώ η εξαφάνιση των Trigoniidae οφείλεται στη μεγάλη μορφολογική διαφοροποίηση του κελύφους τους.
    
Για τη μελέτη των απολιθωμένων Δίθυρων χρησιμοποιούνται συγκριτικά χαρακτηριστικά των αρτίγονων. Αυτό όμως πολλές φορές έχει προκαλέσει, ιδίως σε ομάδες Δίθυρων που έχουν εξαφανιστεί, ένα τεχνητό χαρακτήρα ταξινόμησης που πιθανότατα να μην υφίσταται στην πραγματικότητα. Είναι δε πολύ πιθανόν με τη χρήση ομοιόμορφων χαρακτηριστικών να τοποθετήθηκαν στην ίδια ομάδα γένη ή είδη δίχως καμιά πραγματική συγγένεια. Η μελέτη της φυλογενετικής εξέλιξης των Διθύρων δείχνει μια τάση αύξησης του μεγέθους του οστράκου από τις μικρού μεγέθους μορφές του Παλαιοζωϊκού σε όλο και μεγαλύτερα μεγέθη κατά το Μεσοζωϊκό και τον Καινοζωϊκό.

Δίθυρα της Ελλάδας
    
Παλαιοζωϊκά Δίθυρα όπως και τα αντίστοιχα ιζήματα δεν είναι πολύ διαδεδομένα στην Ελλάδα.
    
Στα Μεσοζωϊκά όμως ιζήματα τα οποία έχουν μεγάλη εξάπλωση βρέθηκαν άφθονα Δίθυρα όπως Halobia σε ‘Ανω Τριαδικά ιζήματα βαθειάς θάλασσας της ζώνης Ωλονού Πίνδου. Megalodon σε Τριαδικούς ασβεστόλιθους Λοκρίδα, Χίος, Πελοπόννησος, Κρήτη. Posidonia σε Ιουρασικά ιζήματα στην ‘Ηπειρο, Ιόνιο, Δ. Ελλάδα, Ρόδο. Myophoria σε Τριαδικούς ασβεστόλιθους.
   
 Στους Κρητιδικούς ασβεστόλιθους επίσης έχουν βρεθεί Requienia, Toucasia, Ιδιαίτερα οι Ρουδιστοφόροι ασβεστόλιθοι έχουν μεγάλη εξάπλωση με Hippurites (H. giganteus, H. atheniensis, H. archiarci, H. gaudryi, H. variabilis) Radiolites, Exogyra...)
   
 Τα καινοζωϊκά ιζήματα είναι ιδιαίτερα πλούσια σε Δίθυρα Ostrea, Pecten, Chlamys, Venus, Cardium, Cardita, Tellina, Amusium, Flapelipecten... με ιδιαίτερα είδη χαρακτηριστικά για το Παλαιογενές, το Νεογενές και το Πλειστόκαινο.
    
Σημαντική είναι επίσης η παρουσία υφάλμυρων πανίδων προέλευσης Παρατηθύος με τα γένη Limnocardium, Monodacna, Prosodacna, Congeria, Dreissena. Όπως επίσης και η παρουσία λιμναίων πανίδων σε ενδοορεινές κλειστές λεκάνες (Πτολεμαΐδα, Μεγαλόπολη, Θεσσαλία) με Unio, Anodonta, Corbicula.



  • ΟΜΟΤΑΞΙΑ GASTROPODA

Πρόκειται για αρκετά εξελιγμένα Μαλάκια. Φέρουν κεφαλή με οφθαλμούς και κεραίες. Το στόμα τους φέρει μασητική συσκευή (Radula) η οποία αποτελείται από πολυάριθμα δόντια τοποθετημένα σε σειρές.
    
Διαθέτουν κυκλοφορικό, νευρικό, γεννητικό σύστημα και αναπνέουν με βράγχια. Είναι ζώα γονοχωριστικά αλλά μερικά είναι ερμαφρόδιτα.
 
   Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι το μεγάλο πόδι τους, το οποίο χρησιμοποιούν για κίνηση, ερπυσμό, προσκόλληση, σκάψιμο, κολύμβηση.
   
 Όλα τα μαλακά τους μέρη περικλείονται από τον μανδύα, ο οποίος σχηματίζει όστρακο ασβεστιτικής σύστασης για προστασία του ζώου.
   
 Τα Γαστερόποδα είναι υδρόβια Μαλάκια και στην πλειοψηφία τους είναι θαλάσσια. Έχουν όμως επεκταθεί και σε γλυκά νερά. Μια ομάδα τους, τα Πνευμονοφόρα έχουν τροποποιήσει την μανδυακή τους κοιλότητα σε είδος πνεύμονα και έχουν προσαρμοστεί στη χερσαία διαβίωση. (Ηelix, Clausilia, Chondrula). Τα Πνευμονοφόρα είναι τα μόνα Μαλάκια που προσαρμόστηκαν στην χερσαία διαβίωση. Μερικά από τα Πνευμονοφόρα έχουν προσαρμοστεί δευτερογενώς σε γλυκά νερά. (Lymnaea, Radix, Physa, Planorbis).
    
Τα Γαστερόποδα είναι βενθονικά ζώα, στην πλειοψηφία τους επιβενθονικά, παρατηρούνται όμως και ενδοβενθονικές μορφές που σκάβουν στα ιζήματα του πυθμένα. Μια ομάδα θαλάσσιων Γαστερόποδων, τα Πτερόποδα είναι πλαγκτονικά.
  
  Τα Γαστερόποδα είναι μακροφάγα ζώα, δηλαδή λαμβάνουν απευθείας την τροφή τους και την τεμαχίζουν με την μασητική τους συσκευή (Radula) σε αντίθεση με τα Δίθυρα που φιλτράρουν σωματίδια τροφής από το νερό (μικροφάγα ζώα). Είναι ζώα Φυτοφάγα, Σαρκοφάγα, Πτωματοφάγα. Μερικά είναι θηρευτές (Conus). Ενώ διακρίνουμε και Διατρητικά Γαστερόποδα (Murex, Natica, Buccinum) τα οποία μπορούν να διατρυπούν τα κελύφη άλλων μαλακίων και να τρώνε τα μαλακά τους μέρη. Οι οπές που αφήνουν αυτά τα Γαστερόποδα χαρακτηρίζονται σαν ιχνοαπολιθώματα διατροφής. Έχει παρατηρηθεί ότι η Γεωμετρία των οπών είναι διαφορετική σε κάθε οικογένεια. Οι οπές από άτομα των Naticacea είναι σφαιρικής μορφής ενώ οι οπές των Muricacea είναι κωνικής μορφής.



  • ΟΜΟΤΑΞΙΑ ΚΕΦΑΛΟΠΟΔΑ (CEPHALOPODA)

Τα κεφαλόποδα θεωρούνται σαν τα πιο εξελιγμένα μαλάκια. Ζουν αποκλειστικά στη θάλασσα και είναι ζώα νεκτονικά σαρκοφάγα (Θηρευτές = κυνηγοί). Περιλαμβάνουν τον σημερινό Ναυτίλο, τα χταπόδια, τις σουπιές, τα καλαμάρια όπως επίσης και τους εξαφανισμένους Αμμωνίτες και βελεμνίτες. Το μέγεθός τους κυμαίνεται από μερικά εκατοστά έως μερικά μέτρα (Το σημερινό γιγαντιαίο καλαμάρι Architeuthis έχει πλοκάμια μήκους περίπου 15 m). Παρουσιάζουν αμφίπλευρη συμμετρία και φέρουν όστρακο ασβεστολιθικής σύστασης το οποίο είναι χωρισμένο σε κενούς θαλάμους (φραγμόκωνος) και δίνει πλευστότητα στο ζώο. Το όστρακο μπορεί να είναι εξωτερικό (εξώκογχα κεφαλόποδα) ή εσωτερικό (εσώκογχα κεφαλόποδα).
   
 Έχουν ιδιόμορφο σώμα με ανεπτυγμένο κεφάλι το οποίο φέρει πλοκάμια. Ονομάστηκαν κεφαλόποδα επειδή τα πλοκάμια τους θεωρήθηκαν πόδια. Τα πλοκάμια διατάσσονται κυκλικά και είναι οπλισμένα με μυζητικές κοτύλες (βεντούζες), άγκιστρα ή όνυχες για τη σύλληψη της τροφής. Ο αριθμός των πλοκαμιών στα σημερινά κεφαλόποδα κυμαίνεται: 8 (χταπόδι), 10 (σουπιές-καλαμάρια) ή 38 (ναυτίλος). Στο κέντρο των πλοκαμιών υπάρχει το στόμα το οποίο φέρει σιαγόνες από κερατίνη (το σχήμα του θυμίζει ράμφος παπαγάλου) για τον τεμαχισμό της τροφής, όπως επίσης και μασητική συσκευή (Radula).
    
Τα κεφαλόποδα επίσης φέρουν εγκέφαλο, πολύ ανεπτυγμένο νευρικό σύστημα (το πιο ανεπτυγμένο μεταξύ των ασπονδύλων) και πολύ ανεπτυγμένα μεγάλα μάτια, που μπορούν να συγκριθούν με τα μάτια των σπονδυλωτών.





     6. Συνομοταξία  ARTHROPODA

Οργανισμοί αμφίπλευρης συμμετρίας που φέρουν Εξωσκελετό το σώμα τους χωρίζεται σε μεταμερίδια και έχουν αρθρωτά άκρα, απ’ όπου και η ονομασία τους. Ο εξωσκελετός αποτελείται από χιτίνη, ή από χιτίνη και διάφορα άλατα ανθρακικού και φωσφορικού ασβεστίου οπότε σχηματίζεται σκληρό ανθεκτικό κέλυφος. Τα αρθρόποδα είναι μια πολύ μεγάλη ομάδα ζώων (αράχνες, έντομα, καρκινοειδή....) η πιο πολυπληθής σήμερα στη Γη (~ 1/4 των σημερινών ζώων). Το μέγεθός τους ποικίλλει από 0.1 mm έως και 3-4 m το σύνηθες όμως είναι 0.5-5 cm.
    
Εμφανίζονται από το Κάμβριο και ζουν μέχρι σήμερα παρουσιάζοντας τη μέγιστη ανάπτυξή τους, έχουν δε προσαρμοστεί σ’ όλα τα περιβάλλοντα (υδρόβια, αερόβια, χερσόβια). Τα αρθρόποδα περιλαμβάνουν πάρα πολλές υποδιαιρέσεις και ομάδες ζώων (αράχνες, έντομα, καρκινοειδή, τριλοβίτες.....). Παλαιοντολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν όσα φέρουν σκληρό ασβεστιτικό κέλυφος.
    
Τα Οστρακώδη (Ostracoda) είναι μικροσκοπικά υδρόβια αρθρόποδα μορφής “φασολιού” που έχουν ασβεστιτικό κέλυφος αποτελούμενο από δύο θυρίδες, ζουν σε διάφορα περιβάλλοντα (θάλασσα, υφάλμυρα-γλυκά νερά) και εξετάζονται από την Μικροπαλαιοντολογία.
    
Τα Θυσσανόποδα (Cirripedia) είναι θαλάσσια αρθρόποδα μεγέθους 1 - 30 mm που έχουν μετατραπεί σε προσκολημένες μορφές. Έχουν μορφή κόλουρου κώνου και προσκολλώνται σε σταθερά υποστρώματα (πέτρες, όστρακα), τυπικός αντιπρόσωπος Balanus (Ολιγόκαινο - Σήμερα).
   
 Το κύριο όμως παλαιοντολογικό ενδιαφέρον στα Αρθρόποδα, εντοπίζεται στους Τριλοβίτες.


  • ΟΜΟΤΑΞΙΑ TRILOBITA

Eξαφανισμένα θαλάσσια Αρθρόποδα έζησαν μόνο στον Παλαιοζωϊκό και φέρουν σκληρό κέλυφος αποτελούμενο από ανθρακικό και φωσφορικό ασβέστιο. Το σώμα τους και κατά μήκος και κατά πλάτος διαχωρίζεται σε 3 τμήματα (λοβούς) απ’ όπου και η ονομασία τους.
   
 Κατά μήκος διακρίνουμε:
Κεφαλική ασπίδα-Θώρακα-Πυγίδιο
Κατά πλάτος διακρίνουμε:
Πλευρικό τμήμα (Abdomen)-Ράχη ή ‘Ατρακτος (Rachis)-Πλευρικό τμήμα



Γεωλογική σημασία Τριλοβιτών
    
Οι Τριλοβίτες εμφανίστηκαν στο Κατώτερο Κάμβριο αναπτύχθηκαν πάρα πολύ κατά το Ορδοβίσιο-Σιλούριο ενώ στο Πέρμιο αρχίζει σημαντική μείωσή τους. Οι τελευταίοι Τριλοβίτες (Proetida) εξαφανίστηκαν με το τέλος του Παλαιοζωϊκού.
   
 Είναι χαρακτηριστικά απολιθώματα του Κάτω Παλαιοζωϊκού. Πάνω από 2.000 είδη τους είναι γνωστά. Παρουσιάζουν παγκόσμια εξάπλωση. Χρησιμοποιούνται για λεπτομερή στρωματογραφική διαίρεση. Στο Κάμβριο οι βιοζώνες βασίζονται αποκλειστικά στους Τριλοβίτες. Π.χ. στη Βαλτική εμφανίζονται 13 βιοζώνες τριλοβιτών. Στο Ορδοβίσιο που οι βιοζώνες βασίζονται κυρίως στους γραπτόλιθους (ιζήματα βαθειάς θάλασσας) στις παράκτιες αποθέσεις χρησιμοποιούνται Τριλοβίτες και βραχιονόποδα.
    Μετά το Ορδοβίσιο έως το Δεβόνιο οι Τριλοβίτες έχουν σημασία μόνο σε τοπικής κλίμακας συσχετίσεις.
    Οι εξελικτικές τάσεις που παρατηρούνται στους τριλοβίτες είναι:
• Εμφάνιση νέου τύπου οφθαλμών
• Βελτίωση του μηχανισμού άρθρωσης και συσφαιροποίησης
• Αλλαγή από Μικρόπυγες σε Ισόπυγες μορφές.
    
Στην Ελλάδα ο μόνος τριλοβίτης που έχει βρεθεί μέχρι τώρα είναι ο Harpes crassifrons από το Κάτω Σιλούριο της Βόρειας Χίου.


    7. Συνομοταξία  HEMICHORDATA


  • ΟΜΟΤΑΞΙΑ GRAPTOLITHINA





 Οι Γραπτόλιθοι είναι εξαφανισμένοι θαλάσσιοι, μικρού μεγέθους, ζωικοί οργανισμοί. ‘Εζησαν στον Κατώτερο Παλαιοζωϊκό και αποτελούν χαρακτηριστικά απολιθώματα. Δεν έχουν σκληρό κέλυφος αλλά οργανικό περίβλημα και απολιθώνονται με Απανθράκωση.
    
  Σχηματίζουν αποικίες, μορφής λεπτού μικρού πριονιού, οι οποίες ονομάζονται ραβδόσωμα. Μικροσκοπική εξέταση καλοδιατηρημένων δειγμάτων και φωτογράφηση με ηλεκτρονικό μικροσκόπιο έδειξε με μεγάλη λεπτομέρεια τη λεπτή δομή και πολυπλοκότητα κατασκευής του ραβδοσώματος.

  Οι απολιθωμένοι γραπτόλιθοι ανευρίσκονται σχεδόν αποκλειστικά μέσα σε μαύρους αργιλικούς σχιστόλιθους. Τα απολιθώματά τους όμως είναι είναι ισχυρά συμπιεσμένα και εμφανίζονται με μορφή λεπτών υμένων άνθρακα. Καλοδιατηρημένοι γραπτόλιθοι έχουν βρεθεί σε ασβεστόλιθους, αλλά είναι σπάνιοι. Διάλυση τέτοιων ασβεστόλιθων με ειδικές χημικές ουσίες έδωσε πολύ καλά δείγματα για μελέτη στο ηλεκτρονικό μικροσκόπιο. Η ανεύρεση Γραπτολίθων σχεδόν μόνο μέσα σε μαύρους αργιλικούς σχιστόλιθους ήταν η αιτία για τη διατύπωση της θεωρίας ότι οι Γραπτόλιθοι ζούσαν σε βαθειά νερά όπου σχηματίζονταν μαύροι σχιστόλιθοι (Γραπτολιθική φάση). Τα τελευταία χρόνια όμως έγινε φανερό ότι η πλειοψηφία των γραπτολίθων ήταν πλαγκτονικά ζώα άρα θα μπορούσαν να ζουν σχεδόν παντού. Η ανεύρεσή τους δε μόνο μέσα σε μαύρους σχιστόλιθους οφείλονταν καθαρά σε λόγους διατήρησης-απολίθωσης. Δεν είναι όμως απαραίτητο ότι όπου έχουμε μαύρους σχιστολίθους του Κάτω Παλαιοζωϊκού ότι θα έχουμε και Γραπτόλιθους.
    
  Οι Γραπτόλιθοι αφθονούν στο Ορδοβίσιο-Σιλούριο και αποτελούν χαρακτηριστικά απολιθώματα. Κυριώτερο μειονέκτημα είναι η δυσκολία ανεύρεσης καλοδιατηρημένων δειγμάτων για προσδιορισμό.
    
  Στην Ελλάδα Γραπτόλιθοι βρέθηκαν στο Κ. Σιλούριο της Β. Χίου με τα γένη Monograptus, Diplograptus, Climacograptus.

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

ΑΠΟΛΙΘΩΜΑΤΑ: ΓΝΩΡΙΣΤΕ ΤΗΝ ΠΑΝΙΔΑ ΚΑΙ ΧΛΩΡΙΔΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ_1




Οι παραπάνω εικόνες δείχνουν απολιθώματα, δηλαδή τα κάθε λογής υπολείμματα ή ίχνη
οργανισμών (ζώων και φυτών) του παρελθόντος, που βρίσκονται μέσα στους γεωλογικούς σχηματισμούς.

Η επιστήμη που μελετά τα απολιθώματα λέγεται Παλαιοντολογία και μελετά τόσο απολιθώματα σπονδυλωτών όσο και ασπονδύλων αλλά και μικροσκοπικών μικροαπολιθωμάτων. Είναι μια επιστήμη που ακροβατεί ανάμεσα στη Γεωλογία και τη Βιολογία και είναι ίσως απο τις μοναδικές επιστήμες που μας βοήθησαν να κατανοήσουμε τα μυστικά του μακρινού παρελθόντος και την εξέλιξη της ζωής στη διάρκεια του μέχρι σήμερα.

-Ποια είναι όμως η χρησιμότητα των απολιθωμάτων;

Το απολίθωμα, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του γεωλογικού περιβάλλοντος (πέτρωμα) και των γεωλογικών διεργασιών που το δημιούργησαν  ενώ παράλληλα, το απολίθωμα ως μαρτυρία ενός οργανισμού που έζησεσε κάποιον πραγματικό παρελθόντα χρόνο και τόπο, αποτελεί τμήμα των βιολογικών θεωρήσεων για τη Ζωή και την Εξέλιξή της πάνω στηΓη.

 Με πιο απλά λόγια, η μελέτη των απολιθωμάτων μας δίνει πληροφορίες για το περιβάλλον που έζησε ο οργανισμός, δηλαδή αν ήταν ξηρά, θάλασσα, λίμνη κτλ, καθώς και για το πότε ακριβώς έζησε, δηλαδή τι ηλικία έχουν τα πετρώματα της περιοχής που μελετάμε, ώστε να βγάλουμε τη γεωλογική της ιστορία αλλά και το πιο ενδιαφέρον να γνωρίσουμε εξαφανισμένα είδη αλλά και τους προγόνους τους, τους πρώτους οργανισμούς και τη διαδικασία της εξέλιξης των ειδών φτάνοντας βήμα βήμα απο το πρώτο κύτταρο μέχρι τον λανθρωπο καο όλα τα σύγχρονα ζώα και φυτά!!!!


Επειδή τα κεφάλαια της Παλαιοντολογίας έχουν τεράστια ύλη, σε πρώτη φάση και μέσα απο αυτή την ανάρτηση θα μάθουμε γενικά για τη διαδικασία της απολίθωσης. Στη συνέχεια θα γνωρίσουμε εν συντομία την εξέλιξη των ασπονδύλων με τους πιο χαρακτηριστικούς αντιπροσώπους και στη συνέχεια θα ασχοληθούμε εκτενώς με την εξέλιξη πτηνών θηλαστικών, φυτών και πρωτευόντων φτάνοντας στον σημερινό άνθρωπο!



Από τους Σπονδυλωτούς οργανισμούς συνήθως διατηρούνται τα οστά, τα δόντια και ορισμένες εξωτερικές απολήξεις όπως τα κέρατα. H διατήρησή τους εξαρτάται από τη σύσταση και τη δομή του τμήματος του ζώου, από τη φύση και το μέγεθος των κόκκων του
ιζήματος και από τις φυσικές και χημικές μεταβολές κατά την ιζηματογένεση και διαγένεση του υλικού.
ΑΠΟΛΙΘΩΣΗ: Η διαδικασία δημιουργίας του απολιθώματος.  Διαρκεί >5000 χρόνια.       
O χρόνος και η ποιότητα της απολίθωσης εξαρτώνται από τη φύση του ιζήματος, τις φυσικές και χημικές συνθήκες του περιβάλλοντος (υγρασία, περιεκτικότητα του νερού σε CaCO3κ.ά.) και τις συνθήκες διαγένεσης.


-Είδη απολίθωσης:

Σκελετικό απολίθωμα-μοριακή αντικατάσταση

Αρχαιοπτέρυγα: αποτύπωμα φτερώματος-εκμαγείο

μουμιοποίηση-κατεψυγμένο βρέφος μαμούθ στη Σιβηρία


-Απολιθωματοφόρα Κοιτάσματα ανάλογα με το χώρο απόθεσης

Θαλάσσια: Ψάρια και θαλάσσια ερπετά ή θηλαστικά.
Eλώδη-Λιμναία: Tο περιβάλλον των ελών βοηθάει σημαντικά στη δημιουργία απολιθωματοφόρων κοιτασμάτων από οργανισμούς, που ζουν μέσα στο νερό
ή γύρω από αυτό.
Ποταμοχεμάρρια: Δημιουργούνται κατά μήκος των ποταμών από οργανισμούς,
που μεταφέρονται από το νερό και αποτίθενται στα πιο ήρεμα σημεία τους. 
Eρημικά: Συνήθως, εξαιτίας του ξηρού κλίματος και της έλλειψης
βακτηρίων τα ζώα που πεθαίνουν, μουμιοποιούνται.
Περιπαγετώδη: Διατήρηση ολόκληρων μουμιοποιημένων πτωμάτω.
Kαρστικά: Σε σπήλαια ή σε καρστικές ρωγμές και έγκοιλ.


Αυτό που πρέπει να τονιστεί για τα απολιθώματα είναι ότι η Παλαιοντολογία  συμπληρώνει, ανασκευάζει ή αναθεωρεί συνεχώς τις απόψεις της με βάση τα νέα απολιθώματα.





Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Ο ΓΕΩΛΟΓΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ.


 Η ιστορία της Γης και της ζωής είναι από τα πιο συναρπαστικά, αλλά και τα πιο δύσκολα προβλήματα που αντιμετωπίζει η επιστήμη. Η γεωλογική ιστορία της εξέλιξης του πλανήτη μας και η ιστορία της εξέλιξης της ζωής διήρκεσαν δισεκατομμύρια χρόνια. Ωστόσο είναι πολύ δύσκολο κάποιος να μπορεί να αντιληφθεί αυτό τον χρόνο...



 Τα σπουδαιότερα στοιχεία του γεωλογικού χρονικού, είναι τα ίδια τα πετρώματα, τα ορυκτά τους, οι μεταβολές τους και τα απολιθώματα οργανισμών που βρίσκονται μέσα σ' αυτά. Μ' αυτά και άλλα γεωλογικά και παλαιοντολογικά δεδομένα το μεγάλο χρονικό διάστημα της ιστορίας της Γης διαιρέθηκε σε γεωλογικούς αιώνες, περιόδους, υποπεριόδους, εποχές και βαθμίδες. Στο σημείο αυτό πρέπει να προσεχθεί και να γίνει κατανοητή η έννοια του Γεωλογικού Χρόνου.

ο γεωλογικός χρόνος με τις υποδιαιρέσεις του: http://wdict.net/img/geologic+time+scale.jpg


 Για τον καθορισμό της απόλυτης ηλικίας των πετρωμάτων, της διάρκειας των αιώνων, περιόδων και εποχών χρησιμοποιείται με αρκετή ακρίβεια η μέθοδος της ραδιοχρονολόγησης. Για τον καθορισμό της σχετικής τους ηλικίας και της στρωματογραφικής τους αλληλουχίας χρησιμοποιούνται πλατιά χαρακτηριστικά απολιθώματα.
 
 Η εξέλιξη του γήινου φλοιού από τη δημιουργία του μέχρι σήμερα και οι μορφές ζωής που φιλοξένησε εξετάζονται μέσα στα πλαίσια της Ιστορικής Γεωλογίας.
Η Ιστορική Γεωλογία είναι, η μία από τις δύο μεγάλες υποδιαιρέσεις της γεωλογίας, (η άλλη είναι η Φυσική Γεωλογία) και περιλαμβάνει δύο κυρίως κλάδους: την Παλαιοντολογία και τη Στρωματογραφία, καθώς επίσης και άλλους δευτερεύοντες, όπως παλαιογεωγραφία, παλαιοκλιματολογία, παλαιοοικολογία, παλαιογεωφυσική (παλαιομαγνητισμός) κ.ά..


  • Τα πρώτα ίχνη ζωής στον πλανήτη μας

 Από την περίοδο του καμβρίου και μετά - το κάμβριο είναι η πρώτη περίοδος του παλαιοζωϊκού αιώνα, που άρχισε πριν από 600 εκατομμύρια χρόνια - έχουμε ένα μεγάλο πλήθος απολιθωμάτων, με τα οποία μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη γρήγορη οργανική εξέλιξη των ειδών. Η παλαιοντολογία, σχεδόν αποκλειστικά, ασχολείται με τη μελέτη των απολιθωμάτων από το κάμβριο μέχρι σήμερα και ονόμασε τις πριν από το κάμβριο περιόδους, Προτεροζωϊκό, Αζωϊκό και Αρχαϊκό, επειδή δεν μπορούσε να βρει απολιθώματα στα πετρώματα των περιόδων αυτών.


 Το προκάμβριο είναι η μεγαλύτερη, χρονικά, περίοδος της γεωλογικής ιστορίας της Γης, αρχίζει με τη στερεοποίηση του φλοιού της (4,5 - 4,7 δισεκατομμύρια χρόνια περίπου) και φτάνει μέχρι το κάμβριο (600 εκατ. χρόνια), ξεπερνά δηλαδή σε διάρκεια τα 3,5 δισεκατομμύρια χρόνια. Προκαμβριανής ηλικίας πετρώματα εμφανίζονται σε πολλές περιοχές της Γης που είναι γνωστές με το όνομα ασπίδες (πλατφόρμες). Τα πετρώματα αυτά είναι συνήθως μεταμορφωμένα ή ημιμεταμορφωμένα. Παρ' όλα αυτά, σχετικά μη μεταμορφωμένα ιζήματα του προκάμβριου είναι γνωστά σε ορισμένους τόπους (π.χ. Νότια Αυστραλία).

Προκαμβρικά πετρώματα στη Γη

  Προκάμβρια απολιθώματα βρέθηκαν κατά καιρούς σποραδικά και περιγράφηκαν, αλλά η συγγένεια και η συσχέτισή τους με άλλες ομάδες παρέμεινε σκοτεινή.
 
 Ο πρώτος μεγάλος σταθμός στην εξέλιξη της ζωής είναι το πέρασμα από την "αβιοτική χημική εξέλιξη" στην οργανική. Εκατομμύρια χρόνια θα πρέπει να διήρκεσε η εποχή της χημικής εξέλιξης, μέχρις ότου τυχαία οργανικά μόρια συγκεντρώθηκαν και δημιούργησαν ένα ζωντανό οργανισμό. Ο πρώτος αυτός τύπος ζωής ονομάστηκε από το Ρώσο βιοχημικό A. Oparin "πρωτόβιο". Απολιθώματα πρωτόβιων δεν βρέθηκαν μέχρι σήμερα. Η περίοδος κατά την οποία άρχισε η οργανική εξέλιξη προσδιορίζεται σε 3-4 δισεκατομμύρια χρόνια. Με χημικές αναλύσεις πετρωμάτων και τη μέθοδο της αέριας - υγρής χρωματογραφίας για το διαχωρισμό των υδρογονανθράκων, προσδιορίστηκε οργανική ύλη που προήλθε από ζωντανούς οργανισμούς σε πετρώματα ηλικίας μέχρι και 3,3 δισεκατομμύρια χρόνια.

 Οι πρώτοι οργανισμοί του πλανήτη μας ήταν απλά κύτταρα, χωρίς πυρήνα (προκαρυωτικά) και ετερότροφοι. Στην αρχή η εξέλιξη τους ακολούθησε έναν πάρα πολύ αργό ρυθμό. Αυτό οφείλεται ίσως στην απουσία οξυγόνου. Χρειάστηκε να περάσει πολύς χρόνος για να σχηματισθεί το ατμοσφαιρικό οξυγόνο από την υδρόσφαιρα και τα πρώτα φωτοσυνθετικά φυτά. Έτσι δόθηκε η αποφασιστική ώθηση για τη γρήγορη εξέλιξη του οργανικού κόσμου που ακολούθησε.
 
 Τα πρώτα απολιθώματα βρέθηκαν σε ορισμένα ιζηματογενή πετρώματα της περιοχής Transvaal της Νότιας Αφρικής.

 Ο σχηματισμός αυτών των πετρωμάτων βρίσκεται σε μια περιοχή ορυχείων χρυσού, που έχει μελετηθεί γεωλογικά λεπτομερέστατα. Αποτελείται βασικά από μαύρους, γκρίζους και πρασινωπούς κερατόλιθους, σχιστόλιθους, χαλαζίτες, σιδηρομεταλλεύματα και σποραδικά από ανδεσίτες. Η ηλικία του σχηματισμού υπολογίστηκε με ραδιοχρονολόγηση (μέθοδος ρουβιδίου Rb87 - στροντίου Sr87) και βρέθηκε ότι είναι 3,2 δισεκατομμύρια χρόνια.

 Μεγάλης σπουδαιότητας γεγονός είναι ότι τα φωτοσυνθετικά κυανοφύκη της εποχής εκείνης (μέσο προκάμβριο) έδιναν στην ατμόσφαιρα οξυγόνο. Η μεγάλη όμως ποικιλία των μορφών που αναπτύχθηκαν στα διάφορα οικολογικά περιβάλλοντα, αποτελεί το δεύτερο μεγάλο σταθμό της εξέλιξης της ζωής.

 Παράλληλα με την εμφάνιση του πυρήνα, στο τέλος του προκαμβρίου, είχε συμπληρωθεί βαθμιαία η ατμόσφαιρα με αρκετό οξυγόνο, για να σχηματισθεί και η οζονόσφαιρα (Ο3), που σαν ασπίδα προστάτεψε τη ζωή από την καταστρεπτική υπεριώδη ακτινοβολία. Οι δύο αυτοί παράγοντες συντέλεσαν ώστε να έχουμε μια γρήγορη εξέλιξη και μια μεγάλη ποικιλία φυτών και ζώων σ' όλα τα οικολογικά περιβάλλοντα του πλανήτη μας τα τελευταία 600 εκατομμύρια χρόνια.
 
 Τα απολιθώματα που βρέθηκαν στους πιο πάνω προκαμβριανούς γεωλογικούς σχηματισμούς είναι τα αρχαιότερα που έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα στον πλανήτη μας, δεν πρέπει όμως να είναι και τα μοναδικά. Οπωσδήποτε μια πιο σχολαστική έρευνα σ' όλους τους προκαμβριανούς σχηματισμούς της Γης, θα φέρει στο φως καινούργια γένη και είδη που θα συμπληρώσουν τα μέχρι σήμερα γνωστά, αλλά και θα δώσουν αποδείξεις για ορισμένες βαθμίδες της εξέλιξης που παραμένουν σκοτεινές.

Το Προκάμβριο όπως απεικονίστηκε με βάση τα απολιθώματα.

  • Παλαιοντολογία του ανθρώπου
 Δεν θα μπορούσε κανείς να εμβαθύνει στη φύση του ανθρώπου αν δεν προσπαθούσε να βρει την αρχή της καταγωγής του και να εξετάσει τη μακριά και πολυδαίδαλη πορεία της εξέλιξης του στα πρώτα και τα κατοπινά της στάδια. Φυσικά στο σύντομο αυτό σημείωμα δεν θα αναφερθούμε στα επιμέρους προβλήματα της ανθρώπινης καταγωγής και εξέλιξης, αλλά θα ξεκινήσουμε με δυο βασικές φιλοσοφικές θέσεις της θεωρίας της εξέλιξης: Πρώτο ότι ο άνθρωπος είναι ένα ζώο, φτιαγμένο όπως τα άλλα ζώα, αλλά ξεχωριστό σαν είδος εξαιτίας της ψηλότερης και διαφορετικής ανάπτυξης της ευφυίας του, κάτι που ακόμη και οι προεξελικτικοί βιολόγοι αναγνώρισαν με πιο χαρακτηριστική την κατάταξη του ανθρώπινου είδους (Homo sapiens) που έκανε το δέκατο όγδοο αιώνα ένας αντιεξελικτικός φυσιοδίφης, ο Λινναίος. Αυτός ταξινόμησε τον άνθρωπο στην τάξη των Πρωτευόντων (Primates) των θηλαστικών (Mammalia) μαζί με τους πιθήκους. Η ταξινόμηση αυτή είναι ακόμη αποδεκτή από τους βιολόγους. Και δεύτερο ότι ο άνθρωπος, όπως όλοι οι σύγχρονοι οργανισμοί, εξελίχτηκε από άλλα κατώτερα όντα. Αυτό είναι τόσο σίγουρο, όσο μπορεί να ΄ναι ένα επιστημονικό συμπέρασμα.

 Οι πίθηκοι μοιάζουν με τον άνθρωπο περισσότερο απ' όλους τους άλλους ζωντανούς οργανισμούς. Αυτό έχει επιβεβαιωθεί με πολύ έρευνα στη δομή, στη φυσιολογία και στη συμπεριφορά. Θα πρέπει να τονιστεί ότι είναι τελείως απίθανο το γεγονός ότι κάθε ζωντανός πίθηκος αντιπροσωπεύει τον ανθρώπινο πρόγονο ή ότι είναι πολύ στενά όμοιος μ' αυτόν. Όλοι οι σύγχρονοι πίθηκοι έχουν υποστεί διαφοροποιήσεις που σίγουρα δεν συνέβησαν στους προγόνους μας. Είχαν κι αυτοί αναμφισβήτητα ένα κοινό πρόγονο με μας, αλλά από τότε παρέκκλιναν οριστικά από τη γραμμή των επόμενων προγόνων μας.

 Αν γίνει δεκτό ότι ο Ραμαπίθηκος ήταν ο άμεσος πρόγονος του ανθρώπου, τότε η εξελικτική πορεία των ανθρωποειδών έχει διάρκεια μεγαλύτερη από 10 εκατομμύρια χρόνια.
 
 Στη συνέχεια περιγράφονται σύντομα ορισμένες παλαιοντολογικές μορφές, σταθμοί στην εξέλιξη του ανθρώπου. Εκείνο που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα είναι η σειρά τοποθέτησης τους (αλληλουχία) στην εξελικτική κλίμακα και η ραγδαία ανάπτυξη των κύριων ανθρώπινων μορφών κατά τα τελευταία 1 εκατομμύρια χρόνια, δηλαδή κατά την Τεταρτογενή (ή ανθρωπογενή) γεωλογική περίοδο.


 Το Τεταρτογενές είναι η νεότερη χρονικά περίοδος της ιστορίας της Γης, που άρχισε πριν από 1,8-2 εκατομμύρια χρόνια και συνεχίζει μέχρι σήμερα. Χωρίζεται στο Πλειστόκαινο που είναι τo κυριότερο τμήμα του και στο Ολόκαινο που είναι τα τελευταία 10 χιλιάδες χρόνια της ιστορίας της Γης. Το Τεταρτογενές παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα στην κλιματική του κατάσταση με τις διαδοχικές εναλλαγές θερμών και ψυχρών περιόδων (παγετώδεις και μεσοπαγετώδεις περίοδοι).


 Γενικά οι Τεταρτογενείς σχηματισμοί αποτελούν μια μεγάλη ποικιλία θαλάσσιων αλλά κυρίως χερσαίων αποθέσεων, κατά κανόνα χαλαρών. Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει κάποιο σαφώς καθορισμένο όριο μεταξύ του Πλειόκαινου (προηγούμενη γεωλογική περίοδος) και Πλειστόκαινου και για το λόγο αυτό συχνά τα αντίστοιχα ιζήματα αναφέρονται αδιαίρετα σαν πλειοπλειστοκαινικά. Ένας χαρακτηριστικός και διαδομένος πλειοπλειστοκαινικός σχηματισμός είναι ο χερσαίος σχηματισμός του Βιλλαφράγκιου, ο οποίος αποτελείται γενικά από ποταμοχειμάρρια, ποτάμια και λιμνοδελταϊκά ιζήματα, όπως χαλαρά κροκαλοπαγή, άμμους, αργιλόμαρ-γες κ.ά. Τυπικοί χερσαίοι τεταρτογενείς σχηματισμοί είναι οι παγετώδεις και μεσοπαγετώδεις αποθέσεις, κυρίως κώνοι πλευρικών κορημάτων, λιθώνες, μοραίνες κ.ά.

Περισσότερες πληροφορίες για το κλίμα του τεταρτογενούς πατήστε εδώ.

  • Πρωτεύοντα στη γραμμή εξέλιξης του ανθρώπου
 Ο Ραμαπίθηκος (Ramapithecus), είναι ένα γένος (αν και έχουν πολλά ονόματα γενών) της ομάδας των Ραμαπιθήκων, γνωστό από τα απολιθώματα του Μειόκαινου (8-15 εκατ. χρ.) της Ασίας (κυρίως της Ινδίας, αλλά και Αφρικής και νότιας Ευρώπης). Ανήκει στους Σιβαπιθήκους (συνώνυμο των Δρυοπιθήκων της Αφρικής και Ευρώπης). Έχει κυρίως ανατομικά χαρακτηριστικά πιθήκων, αλλά τα λίγα "ανθρώπινα" χαρακτηριστικά τον τοποθετούν κατά μια άποψη στη βάση της εξέλιξης ανθρώπων και πιθήκων.


Γνωστό γένος της ομάδας από τον Ελληνικό χώρο είναι ο Ουρανοπίθηκος (Ouranopithecus makedoniensis).

  Ο Προκόνσουλ (Proconsul) είναι ένα από τα παλιότερα "γένη" βρυοπιθήκων και είναι γνωστός από απολιθώματα του Μειόκαινου (10-18 εκατ. χρ.) της Αφρικής. Φαίνεται πως θα μπορούσε να είναι πρόγονος του σημερινού χιμπατζή, αν και έχει αρκετά ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά. Για το λόγο αυτό θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει τη βαθμίδα πριν από το διαχωρισμό των ανθρώπων και των πιθήκων.


εξέλιξη του κρανίου των πρωτευόντων θηλαστικών.


  • Οι πρώτοι άνθρωποι
 Περισσότερα απολιθωμένα δείγματα πρωτόγονων ανθρώπων έχουν βρεθεί σε στρώματα του Πλειόκαινου (4-2 εκατ. χρ.) και κυρίως του Πλειστόκαινου.


 Οι Αυστραλοπίθηκοι (γένος Australopithecus) ήταν όντα που είχαν πολλά χαρακτηριστικά του Προκόνσουλ, του σημερινού χιμπατζή, αλλά και ανθρώπινα, όπως στα δόντια, τη λεκάνη, που ήταν τυπικά ανθρώπινη και η όρθια στάση. Ο όγκος της κρανιακής τους κοιλότητας ήταν 400-550 cm3 περίπου.


 Οι αυστραλοπίθηκοι αρχικά είχαν τοποθετηθεί ανάμεσα στους Δρυοπιθήκους (Ραμαπίθηκο και Προκόνσουλ) και τον Σύγχρονο Άνθρωπο. Σήμερα όμως θεωρούνται μάλλον παράλληλοι κλάδοι, που προέκυψαν από τους Δρυοπιθήκους, αλλά δεν έχουν σχέση με τον κύριο κορμό της εξέλιξης του Ανθρώπου. Εξαφανίστηκαν στο πρώιμο Πλειστόκαινο.


 Ένα από τα πιο παλιά απολιθώματα αυστραλοπιθήκων είναι ο A. afarensis, ηλικίας 3,5-2,5 εκατομ. ετών. Ανήκει στα περίφημα ευρήματα της ομάδας του καθηγητή Λήκυ (Λίμνη Τουρκάνα, Αφάρ, ανατολικής Αφρικής) και κατά μία άποψη μπορεί να τοποθετηθεί στη βάση της εξέλιξης των αυστραλοπιθήκων και ανθρώπων (Homo).

Άλλα γνωστά είδη αυστραλοπιθήκων είναι ο A. africanus (μικρόσωμος), ο Α. robustus (μεγαλόσωμος, με περισσότερα ανθρώπινα χαρακτηριστική).


 Ο Australopithecus robustus είχε πλατύ πρόσωπο, χαμηλό κρανίο, επίπεδο μέτωπο. Οι ογκώδεις γνάθοι του, καθώς και τα ισχυρά του δόντια δείχνουν ότι ήταν φυτοφάγος.

  • Το γένος Homo
 Οι πρώτοι πραγματικοί άνθρωποι θεωρούνται εκείνοι του Homo erectus (όρθιου ανθρώπου). Έζησαν στο διάστημα από 1.500.000 μέχρι 100.000 χρόνια. Η πρώιμη μορφή των Homo erectus κατατάχθηκε σαν Homo habilis (ο πρώτος άνθρωπος που κατασκεύασε εργαλεία).


 Ο Homo erectus είχε μεγαλύτερο όγκο εγκεφάλου (600-800 cm3), ισχυρά πίσω δόντια και γνάθους παρόμοιες μ' εκείνα των Αυστραλοπιθήκων. Αλλά είχε μεγαλύτερο πλάτος του μετωπικού και σημαντικές διαφοροποιήσεις στα δόντια σε σχέση με τους Αυστραλοπιθήκους. Αναπτύχθηκε κυρίως στην Αφρική, ΝΑ Ασία, Ινδονησία (Pithecanthropus), αλλά και στη νότια Ευρώπη. Μεταβατική μορφή από το Homo erectus προς τον Homo Sapiens αποτελεί ο άνθρωπος των Πετραλώνων Χαλκιδικής.


 Μια από τις πρώτες μορφές Homo sapiens είναι εκείνη του Νεαντερτάλιου τύπου (Homo sapiens neantertalensis). Όγκος εγκεφάλου 1450 cm3. Κατά παλιότερες εκδοχές είχε τοποθετηθεί σαν ξεχωριστό είδος στην εξελικτική βαθμίδα μεταξύ Homo erectus και σύγχρονου ανθρώπου (Homo sapiens). Σήμερα όμως θεωρείται παράλληλος κλάδος των κυρίως ανθρώπων που έζησε μεταξύ 150.000 και 50.000 χρόνια περίπου. Οι κατ' εξοχήν άνθρωποι αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της τελευταίας παγετώδους εποχής (Wόurm, 70.000-10.000), οπότε προς το τέλος αυτής της εποχής και το πέρασμα στο Ολόκαινο (νεολιθική) διαμορφώθηκαν οι σημερινές φυλές.


το κρανίο των Πετραλώνων.

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

ΒΩΞΙΤΗΣ:ΤΟ ΠΕΤΡΩΜΑ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ.





Οι βωξίτες είναι μια ομάδα πετρωμάτων που αποτελούνται από υδροξείδια αργιλίου, οξείδια/υδροξείδια σιδήρου, οξείδια τιτανίου και ίσως καολίνη και αλουσίτη.
Έχουν χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα λόγω ύπαρξης αιματίτη. Μπορεί να έχουν κίτρινο λόγω γκαιτίτη ή γκριζωπό λόγω ελάχιστου σιδήρου ή λευκό λόγω απουσίας σιδήρου.
Έχουν ειδικό βάρος 2.7-3.5 και είναι πετρώματα αδιάλυτα στο νερό. Ωστόσο, διαλύονται σε οξέα ή καυστικά αλκάλια και είναι ανθεκτικοί σε υψηλές θερμοκρασίες.



Υπάρχουν δύο θεωρίες για τη γένεση του βωξίτη:

  1. Λατεριτικός βωξίτης: Σχηματίσθηκε σε άλλο χώρο από αυτόν που αποτέθηκε, με διάβρωση. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε και αποτέθηκε σε αλλουβιακή μορφή.
  2. Αυτόχθων βωξίτης: Προήλθε από την in situ (επιτόπια) αποσάθρωση ασβεστολίθων, τα περισσότερο διαλυτά συστατικά των οποίων απομακρύνθηκαν και επήλθε έτσι εμπλουτισμός των βωξιτικών συστατικών, τα οποία δεν απομακρύνθηκαν. Η γένεση αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη τροπικού κλίματος.

Ο βωξίτης είναι ένα πέτρωμα πολύ χρήσιμο καθώς αποτελεί την κυριότερη πηγή αργιλίου το οποίο έχει πολλές χρήσεις:

  • Η κυριότερη χρήση του (περίπου το 85% του παραγόμενου βωξίτη χρησιμοποιείται για την παραγωγή αλουμινίου).
  • Υλικό λείανσης σε υψηλές θερμοκρασίες: Όταν θερμανθεί ως την τήξη του, παίρνει κρυσταλλική μορφή, αποκτώντας υψηλή σκληρότητα, που του δίνει λειαντικές ιδιότητες.
  • Κατασκευή πυρίμαχων υλικών.
  • Κατασκευή τσιμέντου ταχείας πήξεως (διασπορικός βωξίτης).

Οικονομικά εκμεταλλεύσιμος βωξίτης αυτός που έχει: 
             > 45-50% Al2O3 
             < 20% Fe2O3
                 3-5 % ενωμένο πυρίτιο


Η μεταλλουργία του βωξίτη ακολουθεί δυο φάσεις:
  •  Μετατροπή σε υδροξείδιο του αργιλίου (μέθοδος Bayer): Ο βωξίτης λειοτριβείται και εισάγεται σε δοχεία μαζί με πυκνό διάλυμα καυστικού νατρίου υπό υψηλή πίεση και θερμοκρασία περίπου 150ο C. Τα ορυκτά του αργιλίου διαλυτοποιούνται, ενώ απομακρύνονται και απορρίπτονται τα υπό μορφή ερυθράς λάσπης υδροξείδια του σιδήρου. Το διάλυμα στη συνέχεια ψύχεται και το καθαρό υδροξείδιο του αργιλίου καταβυθίζεται. Το στερεό υπόλειμμα θερμαίνεται σε υψηλή θερμοκρασία μετατρεπόμενο έτσι σε οξείδιο του αργιλίου (αλουμίνα). 
  •  Εξαγωγή αργιλίου (μέθοδος Hall-Héroult): Η αλουμίνα εισάγεται σε μεγάλες λεκάνες. Αυτές είναι ορύγματα στο έδαφος επενδεδυμένα με υψηλής ανθεκτικότητας σε διάβρωση και υψηλές θερμοκρασίες μεταλλικές πλάκες. Εκεί θερμαίνεται μέχρι τήξεως. Επειδή η θερμοκρασία τήξεως είναι πολύ υψηλή (περίπου 1100ο C), προστίθεται περίπου 40% κρυόλιθος (Na3AlF6), για να καταβιβάσει το σημείο τήξεως περίπου στους 850 - 900ο C. Το τήγμα υφίσταται ηλεκτρόλυση, με τα τοιχώματα της λεκάνης να αποτελούν την άνοδο και ηλεκτρόδιο από άνθρακα να αποτελεί την κάθοδο. Στο ηλεκτρόδιο αυτό αποτίθενται φθόριο και οξυγόνο, το οποίο καίοντας τον άνθρακα συμβάλλει στη διατήρηση της υψηλής θερμοκρασίας. ΤΟ φθόριο συλλέγεται από ειδικές σωληνώσεις στο κάλυμμα της λεκάνης και χρησιμοποιείται εκ νέου. Το παραγόμενο αργίλιο είναι σε ρευστή μορφή (τηγμένο), συλλέγεται από τη λεκάνη και υφίσταται εκ νέου εμπλουτισμό με νέα ηλεκτρόλυση, φθάνοντας σε καθαρότητα το 99%. Στη συνέχεια χύνεται σε ειδικά καλούπια και παίρνει μορφή κυλίνδρου ή "χελώνας", με τις οποίες διατίθεται στο εμπόριο.
Αλουμίνα


Η μεγαλύτερη παραγωγός βωξίτη χώρα στον κόσμο είναι αυτή την στιγμή η  Αυστραλία(38%), ενώ μεγάλα κοιτάσματα υπάρχουν ακόμα στην Γουινέα(11%), το Βιετνάμ, τη Βραζιλία(10%), την Τζαμάικα(9%), την Κίνα(7%) και την Ινδία(5%).

   
 Στην Ευρώπη τα μεγαλύτερα κοιτάσματα βρίσκονται στην Ελλάδα, όπου παρεμβάλλονται με μορφή φακών, κοιτών, θυλάκων ή και ακανόνιστων μαζών μέσα σε ασβεστολιθικούς σχηματισμούς, κυρίως στην περιοχή της ζώνης Παρνασού -Γκιώναςκαι σε μικρότερα κοιτάσματα στον Ελικώνατη Χαλκιδική, στα νησιά Αμοργό και Σκόπελο, στην περιοχή της Ελευσίνας και στην Έυβοια.



ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΒΩΞΙΤΗ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ

   Η Ελλάδα κατέχει σημαντική θέση όχι μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και παγκοσμίως καθώς είναι μια από τις σημαντικότερες βωξιτοπαραγωγές χώρες. Η εξόρυξη του βωξίτη στη χώρα μας γίνεται κατά 65% με υπόγειες και 35% με υπαίθριες εκμεταλλεύσεις. Τα βέβαια αποθέματα βωξίτη της Ελλάδας ανέρχονται περίπου σε 130.000.000 τόνους και η ετήσια παραγωγή ξεπερνά τους 2.400.000 τόνους. Οι εξαγωγές ελληνικού βωξίτη ξεπερνούν τα 30 εκατ. € ετησίως.


Η επεξεργασία του βωξίτη είναι υδρομεταλλουργική και κατ’αυτήν, σε πρώτο στάδιο, παράγεται αλουμίνα με εκχύλιση του βωξίτη υπό πίεση και, στη συνέχεια, αλουμίνιο με ηλεκτρόλυση της αλουμίνας. Η εγχώρια κατανάλωση βωξίτη (αξίας περίπου 35-40 εκατ. €) αφορά κατά 90% στην τροφοδοσία του εργοστασίου της «ΑτΕ». Η συνολική τροφοδοσία του είναι 1.630.000 τόνοι βωξίτη ετησίως εκ των οποίων το 80% προέρχεται από την ελληνική παραγωγή και το 20% εισάγεται από τροπικές χώρες (Αυστραλία, Βραζιλία, Γουινέα, Γουιάνα, Ινδία, Τζαμάϊκα, Σουρινάμ, Βενεζουέλα) επειδή δεν επαρκεί ο εγχώριος. Η ετήσια παραγωγή αλουμίνας ανέρχεται σε 782.000 τόνους εκ των οποίων οι 480.000 τόνοι επεξεργάζονται προς παραγωγή αλουμινίου και οι υπόλοιποι εξάγονται ή διατίθενται στην αγορά ως έχουν. Η ετήσια παραγωγή αλουμινίου ανέρχεται σε 165.000 τόνους, εκ των οποίων οι 95.000 εξάγονται και οι 70.000 τόνοι διατίθενται στην Ελληνική αγορά.

    Ο συνολικός κύκλος εργασιών του κλάδου εξόρυξης βωξίτη  δηλ. πρωτογενούς παραγωγής αλουμίνας και αλουμινίου, είναι ύψους 480 εκατ. € και απασχολούνται σε αυτόν συνολικά περί τα 2.000 άτομα προσωπικό. Ο μεταποιητικός και εμπορικός κλάδος που τροφοδοτείται με αλουμίνιο από την ΑτΕ παράγει κύκλο εργασιών 2,8 δις € στον οποίο αντιστοιχούν εξαγωγές ύψους 610 εκατ. €. Στον κλάδο του αλουμινίου δραστηριοποιούνται συνολικά 8.000 ΜΜΕ και μεγάλες εταιρείες που συμβάλλουν στη διατήρηση πάνω από 40.000 θέσεων εργασίας.

  Η συνεισφορά του κλάδου του αλουμινίου στην Ελληνική Οικονομία ανέρχεται σε 2.3% περίπου του ΑΕΠ και στο 9% περίπου των εξαγωγών.


  •   Παράγωγα βωξίτη, στάδια  και διάθεση στην αγορά:

Αλουμίνα

Είναι το βασικό ενδιάμεσο προϊόν της μεταλλουργίας του αλουμινίου. Για την παραγωγή 1 τόνου αλουμίνας απαιτούνται 2 τόνοι βωξίτη. Στην χώρα μας παραγωγή αλουμίνας γίνεται από την Αλουμίνιον της Ελλάδος, η μονάδα της οποίας έχει ετήσια δυναμικότητα 735.000 τόνων περίπου.

Πρωτόχυτο Αλουμίνιο

Για την παραγωγή 1 τόνου πρωτόχυτου αλουμινίου απαιτούνται 2 τόνοι αλουμίνας. Στην χώρα μας η παραγωγή πρωτόχυτου αλουμινίου γίνεται στο εργοστάσιο της Αλουμίνιον της Ελλάδος που η ετήσια παραγωγική του δυναμικότητα ξεπερνάει τους 160.000 τόνους. Τα 2/3 περίπου της παραγωγής διατίθενται στην εγχώρια αγορά ενώ το 1/3 εξάγεται κυρίως σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δευτερόχυτο Αλουμίνιο

Η επεξεργασία του scrap αλουμινίου για την παραγωγή μετάλλου αλουμινίου, απαιτεί υψηλή τεχνολογία και τεχνογνωσία. Στην Ελλάδα, σήμερα, υπάρχουν σημαντικές μονάδες που είναι σε θέση να αξιοποιήσουν πλήρως το scrap αλουμινίου για την παραγωγή πρώτης ύλης αλουμινίου κατάλληλης για την παραγωγή νέων προϊόντων. Το δευτερόχυτο αλουμίνιο χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά για τις ανάγκες της εγχώριας μεταποιητικής βιομηχανίας, ενώ οι εξαγωγές είναι λίγες.


Α΄ Μεταποίηση

Με τον όρο πρώτη μεταποίηση αλουμινίου εννοούμε τις βιομηχανικές μονάδες που επεξεργάζονται είτε πρωτόχυτο, είτε δευτερόχυτο αλουμίνιο (σε μορφή χελώνας, κολώνας, πλάκας), με σκοπό την παραγωγή ημιτελικών προϊόντων αλουμινίου. Η πρώτη μεταποίηση αποτελείται από 4 βασικούς υποκλάδους ανάλογα με την επεξεργασία που υπόκειται η πρώτη ύλη. Οι υποκλάδοι αυτοί είναι:

  • η βιομηχανία της έλασης, η οποία παράγει πλατέα ημιπροϊόντα αλουμινίου όπως φύλλα και foil, 
  • η βιομηχανία της διέλασης που παράγει επιμήκη ημιπροϊόντα αλουμινίου όπως τα προφίλ που συνθέτουν ένα παράθυρο, 
  • η βιομηχανία καλωδίων και 
  • οι μονάδες παραγωγής χυτών προϊόντων αλουμινίου.


Στην χώρα μας  πάνω από 30 εταιρείες δραστηριοποιούνται σε αυτό το στάδιο, ενώ οι βιομηχανίες της έλασης και της διέλασης υπολογίζεται ότι καλύπτουν το 96% της παραγωγής ημιπροϊόντων αλουμινίου.
 

Επιφανειακή Επεξεργασία

Πρόκειται για ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ πρώτης και δεύτερης μεταποίησης του μετάλλου. Αφορά την επικάλυψη της εξωτερικής επιφάνειας των προϊόντων για λόγους προστασίας και διακόσμησης με δύο τεχνολογίες:
 

  • Την ανοδίωση, που είναι η διαδικασία δημιουργίας ενός στρώματος οξειδίου του αλουμινίου στην επιφάνεια του μετάλλου, τόσο για την προστασία του όσο και για λόγους εμφάνισης. Στην χώρα μας πάνω από 6 επιχειρήσεις ασχολούνται με την ανοδίωση αλουμινίου κυρίως σε διατομές, με εγκατεστημένη δυναμικότητα 170.000 Amperes. 
  • Την ηλεκτροστατική βαφή, που είναι η διαδικασία της επιφανειακής επικάλυψης με πούδρα βαφής, κυρίως προϊόντων αλουμινίου που προορίζονται για αρχιτεκτονικές εφαρμογές, τόσο για λόγους προστασίας όσο και για λόγους εμφάνισης. Στην Ελλάδα πάνω από 30 επιχειρήσεις ασχολούνται με την ηλεκτροστατική βαφή αλουμινίου, με δυναμικότητα που εκτιμάται κοντά στους 120.000 τόνους.

Δεύτερη Μεταποίηση

Στη δεύτερη μεταποίηση δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις που ασχολούνται με την παραγωγή τελικών προϊόντων για διάφορες χρήσεις όπως κατασκευές κτιρίων σε μορφή δομικού υλικού και εξωτερικών επικαλύψεων, συσκευασίες τροφίμων και ποτών, κατασκευή μεταφορικών μέσων, κατασκευή οικιακού εξοπλισμού κλπ. Εκτιμάται ότι πάνω από 8.000 επιχειρήσεις, από μεγάλες βιομηχανίες μέχρι οικογενειακές βιοτεχνίες, δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτόν.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων της δεύτερης μεταποίησης αντιπροσωπεύει το 50% περίπου του συνόλου του κλάδου, λόγω της μεγάλης προστιθέμενης αξίας που προσλαμβάνει το αλουμίνιο σε κάθε φάση της επεξεργασίας του και ειδικότερα στην τελική.