Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

ΠΑΛΑΙΟΜΑΓΝΗΤΙΣΜΟΣ_1:ΘΕΩΡΙΑ ΜΑΓΝΗΤΙΣΗΣ

 Ένας κλάδος της γεωφυσικής με μεγάλο επιστημονικό και ερευνητικό ενδιαφέρον είναι ο παλαιομαγνητισμός και ο οποίοσ μελετά την ιστορία του μαγνητικού πεδίου της Γης.

Έτσι τα σώματα που μελετά η επιστήμη αυτή είναι πετρώματα σιδηρομαγνητικά τα οποία έχουν αποκτήσει παραμένουσα μαγνήτιση λόγω του μαγνητικού πεδίου που υπήρχε την εποχή εκείνη και έδρασε σε αυτά. Η μαγνήτιση που αποκτιέται έχει την κατεύθυνση της έντασης του μαγνητικού πεδίου που επιδρά κατά το χρόνο σχηματισμού του πετρώματος.

 Όπως είπαμε ο κλάδος του παλαιομαγνητισμού έχει έντονο ερευνητικό ενδιαφέρον, καθώς ο καθορισμός της κατεύθυνσης της μαγνήτισης των υλικών δίνει πληροφορίες για τη διεύθυνση και τη φορά της έντασης του μαγνητικού πεδίου σε διάφορους τόπους της Γης στο παρελθόν.
  
Ο καθορισμός του μέτρου της μαγνήτισης των υλικών δίνει πληροφορίες για το μέτρο του μαγνητικού πεδίου σε διάφορα μέρη της Γης στο παρελθόν, επειδή το μέτρο της μαγνήτισης ενός υλικού εξαρτάται από το μέτρο της έντασης του μαγνητικού πεδίου της Γης που προκάλεσε τη μαγνήτιση. 

Οι μαγνητικές ιδιότητες των πετρωμάτων αποτελούν αρχεία της μαγνητικής   ιστορίας    της Γης και  πηγή βασικών πληροφοριών για τη Γεωδυναμική. 

Το παλαιομαγνητικό αρχείο των πετρωμάτων έχει το μεγάλο πλεονέκτημα, έναντι  άλλων γεωλογικών αρχείων (παλαιοντολογικό, κλπ), καθώς τα παλαιομαγνητικά δεδομένα πρέπει να παρουσιάζουν συνέπεια σε παγκόσμια κλίμακα επειδή το γήινο μαγνητικό πεδίο έχει παγκόσμιο χαρακτήρα.
 Πως μαγνητίζεται ένα σώμα;

Όταν ένα υλικό βρεθεί μέσα σε ένα μαγνητικό πεδίο, θα αποκτήσει επαγόμενη μαγνήτιση.
(Παπαζάχος 2008, τροποποιημένο από Lowrie, 1997

Απλοποιημένος μηχανισμός επαγόμενης μαγνήτισης ενός σώματος:

α) Χωρίς την παρουσία εξωτερικού πεδίου, τα μαγνητικά δίπολα των μαγνητικών υλικών είναι τυχαίως προσανατολισμένα.

β) Με την επίδραση εξωτερικού πεδίου, τα περισσότερα δίπολα προσανατολίζονται παράλληλα με το μαγνητικό πεδίο, δημιουργώντας μία πρόσθετη ένταση του πεδίου μέσα στο σώμα, η οποία είναι η επαγόμενη μαγνήτισή του,και η οποία είναι ανάλογη αυτού    και της μαγνητικής επιδεκτικότητας, κ.

Η επαγόμενη μαγνήτιση συνήθως χάνεται ή μεταβάλλεται μόλις το σώμα βρεθεί εκτός μαγνητικού πεδίου ή σε ένα διαφορετικό μαγνητικό πεδίο, αντίστοιχα.
Σε πολλές περιπτώσεις και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, η επαγόμενη μαγνήτιση μπορεί να «παγώσει» μέσα στο σώμα και να γίνει μόνιμη, δηλαδή παραμένουσα μαγνήτιση.


Η παραμένουσα μαγνήτιση στα πετρώματα ονομάζεται φυσική παραμένουσα μαγνήτιση, ΝRM (natural remanent magnetization) και οφείλεται σε διάφορες φυσικές διαδικασίες, που συμβαίνουν συγχρόνως με τη γένεση του πετρώματος ή αργότερα και παράγουν πρωτογενή μαγνήτιση ή δευτερογενή μαγνήτιση. Τα σημαντικότερα είδη παραμένουσας μαγνήτισης είναι:

α) Παραμένουσα θερμομαγνήτιση
β) Χημική παραμένουσα μαγνήτιση
γ) Θραυσματοπαγής παραμένουσα μαγνήτιση
δ) Άλλα είδη παραμένουσας μαγνήτισης(ιξώδης, ισόθερμη, γεωτρητική,πιεζομαγνήτιση)
Αν το μαγνητικό πεδίο απομακρυνθεί κατά το χρόνο που η θερμοκρασία του πετρώματος βρίσκεται κοντά στο σημείο Curie, οι στοιχειώδεις μαγνήτες που αντιστοιχούν στους κόκκους μαγνητίτη αποκτούν τυχαίες διευθύνσεις λόγω της θερμικής κίνησης.
 Αν, όμως, το πέτρωμα ψύχεται μέσα στο μαγνητικό πεδίο οι κόκκοι του μαγνητίτη ή των άλλων μαγνητικών ορυκτών αποκτούν μόνιμο προσανατολισμό μέσα στο στερεό πέτρωμα, η μαγνήτιση σταθεροποιείται και το πέτρωμα αποκτά παραμένουσα θερμομαγνήτιση, όπως συμβαίνει με τα πλουτώνια πετρώματα στη φύση.  
Για να καταστραφεί η θερμομαγνήτιση που απέκτησε το πέτρωμα κατά την ψύξη του μέσα στο μαγνητικό πεδίο της Γης (που έχει ένταση ~5 x 104nT), πρέπει αυτό:
-  είτε να επαναθερμανθεί σε θερμοκρασία πάνω από το σημείο Curie,
- είτε να μπει μέσα σε εναλλασσόμενο μαγνητικό πεδίο, του οποίου η ένταση είναι αρκετές χιλιάδες φορές μεγαλύτερη από την ένταση του πεδίου της Γης που δημιούργησε τη μαγνήτιση.

Στη συνέχεια θα εξετάσουμε πως πραγματοποιούνται οι παλαιομαγνητικές μετρήσεις και τι στοιχεία μας δίνουν.
 Διαβάστε τη συνέχεια....

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

ΣΕΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΣΟΥΝΑΜΙ ΤΗΣ ΝΟΤΙΑΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ

  
Η Νότια Αμερική έχει πολύπλοκη τεκτονική δομή με τη σεισμοκή της δράση να επικεντρώνεται κυρίως κατά μήκος των ακτών του Ειρηνικού ωκεανού, κυρίως σε ανάστροφα ρήγματα όπου πραγματοποιείται η κατάδυση της πλάκας Νάζκα κάτω απο εκείνη της νοτίου Αμερικής. 
Η σχετική ταχύτητα των δύο πλακών είναι 9.3 cm/.


η υποβύθιση της πλάκας σχηματίζει την οροσειρλα των Άνδεων.
Η σεισμικότητα μίας περιοχής μπορεί να χαρακτηριστεί ως μία ποσότητα της οποίας η τιμή είναι τόσο μεγαλύτερη όσο μεγαλύτερα είναι τα μεγέθη των σεισμών που συμβαίνουν σε αυτή και όσο μεγαλύτερη είναι η συχνότητα γένεσης των σεισμών αυτών.
εδώ φαίνονται οι σεισμοί μεγέθους πάνω απο 5.5 της κλίμακας Ρίχτερ.
 
Μάλιστα στη δεύτερη εικόνα φαίνεται μία ζωνώδης κατανομή των σεισμών με τους επιαφνειακούς να κατανέμονται στις ακτές όπου οι πλάκες "τρίβονται" και τους βαθείς να κατανέμονται βαθιά στο εσωτερικό της ηπείρου όπου ακριβώς απο κάτω βρίσκεται σε μεγάλο βάθος η καταδυόμενη πλάκα, γι αυτό και εκει υπάρχουν μόνο σεισμοί βάθους κυρίως.

Το γεγονός ότι δυτικά της Αμερικής βρίσκεται ένας μεγάλος και ανοιχτός ωκεανός, ο Ειρηνικός, και δεδομένου της έντονης τεκτονικής καταπόνισης της περιοχής, ευνοείται ο σχηματισμός τσουνάμι.

τα τσουνάμι που συγκλόνισαν τον κόσμο.
Γενικά ο Ειρηνικός Ωκεανός είναι μια περιοχή η οποία συγκλονίζεται συχνά από σεισμούς και από τσουνάμι. Πάνω από 1200 τσουνάμι έχουν αναφερθεί στον Ειρηνικό από το 47 π.Χ.  
Κύριες περιοχές είναι η Αλάσκα,η Καμτσάτκα και η Νότια Χιλή με υψηλότερο κίνδυνο:  
Η Βόρεια Καλιφόρνια 
Η Χαβάη
- Η Χιλή και γενικά το Περού


Περίπου 500.000 θάνατοι ανθρώπων από τσουνάμι έχουν αναφερθεί τα τελευταία 2.000 χρόνια.
Μεγάλα και καταστροφικά τσουνάμι συμβαίνουν κατά μέσο όρο κάθε 25 χρόνια. Τα μεγαλύτερα έλαβαν χώρα: 
–Χιλή 1960 
–Αλάσκα 1964
Το τσουνάμι που προκλήθηκε απο το μεγαλύτερο σεισμό που έχει γίνει στον πλανήτη μας , εκείνον της Χιλής στις 22 Μαϊου 1960 μεγέθους  Μw=9.6 προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές στη Χαβάη ενώ διαδόθηκε και μέχρι της Ιαπωνία σε απόσταση δλδ μέχρι 17000 km.



Για να υπάρχει έγκαιρη προειδοποίηση σε περίπτωση τσουνάμι στην περιοχή του Ειρηνικού, ο ΝΟΑΑ (National Oceanic and Atmospheric Administration) έχει δημιουργήσει ένα κέντρο προειδοποίησης για τσουνάμι (Pacific Tsunami Warning Center). 

Αυτό αποτελείται από ένα διεθνές δίκτυο σεισμολογικών σταθμών και παλιρροιογράφωνσε όλη την πλατφόρμα του Ειρηνικού όπου οι πληροφορίες στέλνονται στο κέντρο που βρίσκεται στην Χαβάη. 

Επίσης μικρότερα κέντρα υπάρχουν στην Ιαπωνία,στην Καμτσατκα,στην Αλάσκα,στη Γαλλική Πολυνησία και στην Χιλή.

Όταν συμβεί ένας σεισμός κάπου στην περιοχή, το κέντρο αμέσως αρχίζει να αναλύει τα δεδομένα ψάχνοντας για σημάδια που να δείχνουν ότι ο σεισμός μπορεί να προκαλέσει τσουνάμι. Οι παλιρροιογράφοι επίσης παρακολουθούνται και αν ανιχνευθεί τσουνάμι μία ειδοποίηση στέλνεται σε όλες τις περιοχές των ακτών του Ειρηνικού. 

Χρειάζεται τουλάχιστον 1 ώρα μέχρι να αναλυθούν όλα τα δεδομένα και να εκδοθεί ειδοποίηση.

Μια πιθανή κατάρρευση του ηφαιστείου των Καναρίων Νήσων στη θάλασσα θα δημιουργούσε τσουνάμι το οποίο θα χτυπούσε τις αμερικανικές ακτές. Στις εικόνες φαίνεται η πορεία του κύματος 30 λεπτά μετά τη δημιουργία του, μία ώρα, τρεις ώρες και έξι ώρες, όταν θα έχει φθάσει στις ακτές. Πολλοί μιλούν για επανάληψη της καταστροφής της Ατλαντίδας...



Περισσότερα για το σχηματισμό των τσουνάμι δείτε εδώ.


Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΗΦΑΙΣΤΕΙΩΝ ΣΤΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΓΗΣ


Το 1784 ο Βενιαμίν Φραγκλίνος έκανε αυτό θα γινόταν η πρώτη σύνδεση μεταξύ ηφαιστείων και παγκόσμιου κλίματος, όταν βρισκόταν στο Παρίσι ως ο πρώτος διπλωματικός εκπρόσωπος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Παρατήρησε πως κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1873, το κλίμα ήταν ασυνήθιστα κρύο,

Αυτό που είχε παρατηρήσει ο Βενιαμίν Φραγκλίνος ήταν βέβαια το αποτέλεσμα της ηφαιστειακής δραστηριότητας. Μια κολοσσιαία έκρηξη του ηφαιστειακού συστήματος Laki (μια αλυσίδα από ηφαίστεια στην οποία η λάβα ξεσπά μέσω μιας ρωγμής στο έδαφος και όχι από ένα συγκεκριμένο σημείο) στην Ισλανδία προκάλεσε αυτές τις διαταραχές. Οι εκρήξεις του Laki παρήγαγαν περίπου 14 κυβικά χιλιόμετρα από βασάλτη (λεπτή, μαύρη, ρευστή λάβα) κατά τη διάρκεια περισσοτέρων από οκτώ μηνών δραστηριότητας.

 Ακόμα σημαντικότερα από την άποψη του παγκόσμιου κλίματος ωστόσο, το συμβάν του Laki παρήγαγε επίσης ένα σύννεφο στάχτης που πιθανότατα είχε φτάσει μέχρι τη στρατόσφαιρα. Αυτό το σύννεφο προκάλεσε μια πυκνή καταχνιά στην Ευρώπη που σκοτείνιασε τον Ήλιο, ίσως μέχρι και τη Σιβηρία. Μαζί με τη σκόνη, το εκρηκτικό σύννεφο αποτελούνταν κυρίως από τεράστιες ποσότητες διοξειδίου του θείου, υδροχλωρίου και αερίων υδροφθορίου. Τα αέρια συνδυάστηκαν με νερό στην ατμόσφαιρα και προκάλεσαν όξινη βροχή, καταστρέφοντας σπαρτά και σκοτώνοντας ζώα σε φάρμες. Οι συνέπειες, βέβαια, ήταν περισσότερο σοβαρές στην Ισλανδία, τελικά περισσότερο από το 75% των κτηνοτροφικών της ζώων και 25% του ανθρώπινου πληθυσμού της πέθαναν από λιμό ή από τις τοξικές επιδράσεις των νεφών που προήλθαν από τις εκρήξεις του Laki. 

Οι συνέπειες επέδρασαν όμως και πολύ μακρύτερα από την Ισλανδία. Θερμοκρασιακά δεδομένα από τις Ηνωμένες Πολιτείες υποδηλώνουν πως είχαν σημειωθεί ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες το χειμώνα του 1783 1784. Στην ουσία, η θερμοκρασία μειώθηκε περίπου ένα βαθμό Κελσίου σε ολόκληρο το Βόρειο Ημισφαίριο. Αυτό ίσως να μη φαίνεται πολύ, αλλά είχε τεράστια αποτελέσματα σε όρους αποθεμάτων τροφής και στην επιβίωση των ανθρώπων του Βόρειου Ημισφαιρίου. Για σύγκριση, η παγκόσμια θερμοκρασία της πιο πρόσφατης Εποχής των Παγετώνων ήταν μόνο περίπου πέντε βαθμούς Κελσίου χαμηλότερα από τη θερμοκρασία αυτή.

 Το 1991 η έκρηξη του ηφαιστείου Πινατούμπο στις Φιλιππίνες, προκάλεσε την καταστροφή των παρακείμενων οικισμών, αλλά οι επιδράσεις του ηφαιστείου είχαν αντίκτυπο σε όλο τον κόσμο. Οι εκλύσεις χιλιάδων τόνων τέφρας του ηφαιστείου, μείωσαν την ένταση των ηλιακών ακτίνων.
Για τα πρώτα χρόνια μετά την έκρηξη, η θερμοκρασία παγκόσμια έπεσε κατά 0,5 βαθμούς Κελσίου. Γενικά, οι ηφαιστειακές εκρήξεις έχουν σημαντική επίδραση στο κλίμα, αλλά για μικρές χρονικές περιόδους




 Υπάρχουν πολλοί λόγοι που εξηγούν γιατί οι μεγάλες ηφαιστειακές εκρήξεις έχουν τόσο εκτεταμένα αποτελέσματα στο παγκόσμιο κλίμα. Πρώτον, οι ηφαιστειακές εκρήξεις παράγουν μεγάλες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα, ένα αέριο που είναι γνωστό ότι συμβάλλει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Τέτοια αέρια θερμοκηπίου παγιδεύουν τη θερμότητα που αντανακλάται από την επιφάνεια της γης σχηματίζοντας ένα είδος μόνωσης γύρω από τον πλανήτη. Το φαινόμενο του θερμοκηπίου είναι θεμελιώδες για την επιβίωσή μας διότι διατηρεί τη θερμοκρασία του πλανήτη μας σε μια βιώσιμη κλίμακα. 

Παρ' όλα αυτά, υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία ότι η παραγωγή μας σε αέρια όπως το διοξείδιο του άνθρακα από την καύση φυσικών καυσίμων μπορεί να πιέζει ακόμα περισσότερο το σύστημα, έχοντας ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη θέρμανση σε παγκόσμια κλίμακα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ηφαιστειακές εκρήξεις προσθέτουν διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, αλλά σε σύγκριση με την ποσότητα που παράγεται από ανθρώπινες δραστηριότητες, η επίδρασή τους είναι πρακτικά ασήμαντη: οι ηφαιστειακές εκρήξεις παράγουν περίπου 110 εκατομμύρια τόνους διοξειδίου κάθε χρόνο, ενώ οι ανθρώπινες δραστηριότητες παράγουν περίπου 10.000 φορές περισσότερη ποσότητα.


Η κατά πολύ σημαντικότερη κλιματική επίδραση των ηφαιστείων οφείλεται στην παραγωγή ατμοσφαιρικής καταχνιάς. Οι στήλες από μεγάλες εκρήξεις εκτοξεύουν σωματίδια στάχτης και πλούσια σε θείο αέρια στην τροπόσφαιρα και τη στρατόσφαιρα και τα σύννεφα αυτά μπορούν να περικυκλώσουν τη γη μέσα σε βδομάδες της ηφαιστειακής δραστηριότητας. Τα μικρά σωματίδια της στάχτης μειώνουν την ποσότητα του ηλιακού φωτός που φτάνει στην επιφάνεια της γης και μειώνουν τις μέσες παγκόσμιες θερμοκρασίες. Τα θειικά αέρια συνδυάζονται με νερό στην ατμόσφαιρα και σχηματίζουν όξινα αεροζόλ που επίσης απορροφούν την εισερχόμενη ηλιακή ακτινοβολία και τη στέλνουν πίσω στο διάστημα.

Η στάχτη και τα σύννεφα από αέρια και νερό που προέρχονται από μεγάλες ηφαιστειακές εκρήξεις διασπείρονται γρήγορα μέσα στην ατμόσφαιρα. Στις 26 και 27 Αυγούστου του 1883, το ηφαίστειο Κρακατόα εξεράγη σε ένα καταστροφικό συμβάν που εκτόξευσε περίπου 20 κυβικά χιλιόμετρα υλικού σε μια στήλη που ήταν περίπου 40 χιλιόμετρα ψιλή. Αμέσως επήλθε σκοτεινιά στα γειτονικά νησιά της Ινδονησίας, στην Ιάβα και τη Σουμάτρα. Λεπτά σωματίδια ωστόσο, παρασύρθηκαν από τα ατμοσφαιρικά ρεύματα προς τη Δύση. Μέχρι το απόγευμα της 28ης Αυγούστου, η καταχνιά από την έκρηξη στο Κρακατόα είχε φτάσει στη Βόρεια Αφρική και μέχρι την 9η Σεπτεμβρίου είχε κυκλώσει τη γη, κάνοντας τον γύρο μερικές ακόμα φορές πριν καθαρίσει από την ατμόσφαιρα.
Αρχικά, οι επιστήμονες πίστευαν πως τα ηφαιστειακά σύννεφα στάχτης στη στρατόσφαιρα ήταν εκείνα που είχαν την κύρια επίδραση στις παγκόσμιες θερμοκρασίες. 

Η έκρηξη του ηφαιστείου El Chichon στο Μεξικό όμως, άλλαξε αυτή την άποψη. Μόλις δύο χρόνια νωρίτερα, η μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της Αγίας Ελένης είχε μειώσει τις παγκόσμιες θερμοκρασίες κατά περίπου 0,1 βαθμό Κελσίου. Η κατά πολύ μικρότερη έκρηξη του El Chichon αντίθετα, είχε τρεις με πέντε φορές μεγαλύτερο αποτέλεσμα παγκόσμιας θερμοκρασιακής μείωσης. Παρά το μικρότερο σύννεφο στάχτης, το El Chichon εκτόξευσε περισσότερο από σαρανταπλάσια ποσότητα αερίων που ήταν πλούσια σε θείο από όσα είχαν εκτοξευθεί από το ηφαίστειο του όρους της Αγίας Ελένης, κάτι που αποκάλυψε ότι ο σχηματισμός θειικών αεροζόλ στην ατμόσφαιρα έχει πιο ουσιαστικό αποτέλεσμα στις παγκόσμιες θερμοκρασίες από την ποσότητα στάχτης που παράγεται σε μια έκρηξη. Τα θειικά αεροζόλ φαίνεται ότι χρειάζονται αρκετά χρόνια για να φύγουν από την ατμόσφαιρα, κάτι που είναι ένας από τους λόγους που τα αποτελέσματά τους είναι τόσο εκτεταμένα και έχουν τόσο μεγάλη διάρκεια.

Οι μεγάλες ηφαιστειακές εκρήξεις έχουν πρόσθετα κλιματικά αποτελέσματα πέρα από τη μείωση της παγκόσμιας θερμοκρασίας και την όξινη βροχή. Η στάχτη και τα αέρια που διατηρούνται στην ατμόσφαιρα διασπούν το φως στο ερυθρό μήκος κύματος, έχοντας συχνά ως αποτέλεσμα υπέροχα χρωματιστά ηλιοβασιλέματα και ξημερώματα σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα εντυπωσιακά οπτικά αποτελέσματα του σύννεφου της έκρηξης στο Κρακατόα το 1883 παρατηρήθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο και πιθανότατα ενέπνευσαν πολλούς καλλιτέχνες και συγγραφείς στο έργο τους. Οι φωτοβόλες, παλλόμενες αντανακλάσεις του ερυθρής γραμμής στον ορίζοντα κατά τη Δύση του Ηλίου στον Τάμεση του Λονδίνου, που αποτυπώνονται από τον βρετανό ζωγράφο William Ascroft για παράδειγμα, ίσως να έχουν εμπνευστεί από το αποτέλεσμα της έκρηξης του Κρακατόα.


 Το 1815, το ινδονησιακό ηφαίστειο Tambora προώθησε περισσότερη στάχτη και αέρια στην ατμόσφαιρα από οποιαδήποτε άλλη έκρηξη στην ιστορία και είχε ως αποτέλεσμα σημαντική ατμοσφαιρική ψύξη σε παγκόσμια κλίμακα, παρόμοια με του Κρακατόα μερικές δεκαετίες αργότερα.


  •  Η αντίστροφη σχέση του κλίματος με τις ηφαιστειακές εκρήξεις:

 Ερευνητές του GEOMAR Helmholtz Centre for Ocean Research Kiel, σε συνεργασία με το πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, διαπίστωσαν, εκτός την επίδραση των ηφαιστείων στο κλίμα της γης, και μία αντίστροφη σχέση: το κλίμα επηρεάζει την ηφαιστειακή δραστηριότητα.

 Οι ερευνητές, ανακάλυψαν ισχυρές ενδείξεις για αυτή τη σχέση από ηφαιστειακές εκρήξεις που έγιναν στον Ειρηνικό Ωκεανό πριν από περίπου 1 εκατομμύρια χρόνια.
Τα βασικά στοιχεία προέκυψαν από την έρευνα με τίτλο: Fluids and Volatiles in Subduction Zones (SFB 574). Για περισσότερο από 10 χρόνια, μέσω του παραπάνω προγράμματος, γίνονται παρατηρήσεις και μετρήσεις των στρωμάτων τέφρας στον πυθμένα των ωκεανών, από εκρήξεις των τελευταίων 460.000 χρονών. Κατά την εξέταση των δειγμάτων εμφανίστηκαν συγκεκριμένα μοτίβα. Υπήρχαν περίοδοι όπου εμφανίζονταν ιδιαίτερα αυξημένες ηφαιστειακές εκρήξεις. Η σύγκριση των περιόδων αυτών με την αντίστοιχη κλιματική ιστορία, παρουσίαζε σημαντική ταύτιση. Οι περίοδοι αυξημένης ηφαιστειακής δραστηριότητας, συνεχίζονται με αύξηση της θερμοκρασίας και μείωση των πάγων.


Για να διευρύνουν το σκοπό των ερευνών, οι επιστήμονες μελέτησαν και άλλους πυρήνες γεωτρήσεων που είχαν ληφθεί από το πρόγραμμα International Integrated Ocean Drilling Program (IODP), όπως και από προηγούμενα προγράμματα. Με αυτό τον τρόπο, κατέγραψαν την ιστορία της γης για περίπου 1 εκατομμύριο χρόνια. Οι ερευνητές ανακάλυψαν με χρήση υπολογιστικών μοντέλων ότι σε περιόδους θέρμανσης του πλανήτη, οι πάγοι λιώνουν με γρήγορους ρυθμούς ενώ το βάρος των ηπείρων μειώνεται αλλά το βάρος των ωκεάνιων πλακών αυξάνει. Κάτι τέτοιο όμως αλλάζει το καθεστώς των τάσεων στο μανδύα της γης, ανοίγοντας νέα σημεία εισόδου μάγματος στην επιφάνεια της γης.




Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΟΡΥΚΤΑ;

Ορυκτό είναι ένα φυσικώς εμφανιζόμενο ομογενές στερεό, το οποίο συνήθως σχηματίζεται με ανόργανες διαδικασίες, χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ταξινομημένης ατομικής διατάξεως, και έχει χημική σύσταση και φυσικές ιδιότητες, οι οποίες είτε είναι σταθερές είτε κυμαίνονται εντός ορισμένων ορίων.

Η επιστήμη που μελετά τα ορυκτά λέγεται Ορυκτολογία και βασίζεται στη φυσική, τη χημεία και τη γεωμετρία.

Ένα ή περισσότερα ορυκτά σχηματίζουν τα πετρώματα που αποτελούν τα δομικά συστατικά του φλοιού της Γης.

Δεν σχηματίζονται όλα τα ορυκτά με τον ίδιο τρόπο. Ορισμένα είναι πρωτογενή, δηλαδή σχηματίζονται από την βαθμιαία κρυστάλλωση του μάγματος, όπως το διαμάντι ή τη δράση θερμών διαλυμάτων που επιδρούν σε μια μάζα πετρώματος.  Άλλα είναι δευτερογενή και σχηματίζονται όταν παράγοντες όπως το οξυγόνο ή άλλα αέρια του αέρα, η υγρασία, τα υπόγεια ή επιφανειακά ύδατα, η θερμότητα του περιβάλλοντος επιδράσουν στα πρωτογενή ορυκτά και τα αλλοιώσουν.

 
Σιδηροπυρίτης


Θείο

 
Κορούνδιο


 - Τα ορυκτά ταξινομούνται με βάση τη χημική τους σύσταση σε:

1. Αυτοφυή στοιχεία:

Είναι τα στοιχεία με σχετικά μικρή δραστικότητα που απαντούν ελεύθερα στη Φύση. Τέτοια είναι τα μέταλλα χρυσός, ο άργυρος, ο χαλκός, ο λευκόχρυσος (και τα μέταλλα της ομάδας του) και ορισμένα αμέταλλα, όπως ο άνθρακας και το θείο.

 

2. Σουλφίδια:


Ως κύριο ανιόν συναντάται το θείο, όπως στο σιδηροπυρίτη (FeS2), στο σφαλερίτη (ZnS), στο γαληνίτη (PbS) κτλ. Στην ομάδα θειούχων περιλαμβάνονται και τα ορυκτά που ως ανιόν έχουν τα στοιχεία αρσενικό, σελήνιο και τελλούριο.

 

3. Αλογονίδια:


Αναφέρονται και ως "αλογονίδια". Είναι τα ορυκτά που ως βασικό ανιόν έχουν κάποιο από τα αλογόνα (φθόριο, χλώριο, βρώμιο, ιώδιο). Συνήθως είναι ετεροπολικές ενώσεις και ως κατιόν περιέχουν ελαφρά μέταλλα (νάτριο, κάλιο, ασβέστιο κτλ. Παραδείγματα είναι ο αλίτης (NaCl), ο φθορίτης (CaF2) κτλ.

 

4. Οξείδια:


Ως ανιόν περιέχουν "στοιχειακό" οξυγόνο (όχι ενωμένο υπό μορφή ρίζας). Παραδείγματα είναι ο αιματίτης (Fe2O3), ο ιλμενίτης (FeTiO3) κτλ.

 

5. Υδροξείδια:


Ως κύριο ανιόν περιέχουν τη ρίζα του υδροξυλίου. Παραδείγματα είναι ο μπρουσίτης (Mg(OH)2) κτλ.

 

6. Ανθρακικά:


Ως κύριο ανιόν περιέχουν την ανθρακική ρίζα CO3-2. Γνωστότερα ορυκτά αυτής της ομάδας είναι ο ασβεστίτης (CaCO3) και ο δολομίτης (MgCO3). Λόγω ομοιότητας στη δομή των ριζών, στην ομάδα αυτή κατατάσσονται και τα ορυκτά με ανιόν τη νιτρική ρίζα (NO3-) (νιτρικά).

 

7. Θειικά:


Τα ορυκτά αυτά έχουν ως κύριο ανιόν τη θειική ρίζα SO4-2. Χαρακτηριστικό ορυκτό αυτής της ομάδας η γύψος (CaSO4.2H2O). Λόγω ομοιότητας δομής σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται και τα βολφραμικά, που περιέχουν τη ρίζα WO4-2.

 

8. Φωσφορικά:


Περιέχουν την - τετραεδρικής δομής- φωσφορική ρίζα PO4-3. Γνωστότερο ορυκτό αυτής της ομάδας είναι ο απατίτης. Λόγω ομοιότητας δομής των αντίστοιχων ριζών στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται τα αρσενικικά (AsO4-3) και βαναδινικά (VO4-3).

 

9. Πυριτικά:


Ίσως η πολυπληθέστερη ομάδα ορυκτών. Περιέχουν την τετραεδρικής δομής ρίζα SiO4-2, η οποία μπορεί να σχηματίσει πολλαπλά συνδεδεμένα μεταξύ τους τετράεδρα. Ανάλογα με τον τρόπο διάταξης των πολλαπλών ριζών, τα πυριτικά ορυκτά διακρίνονται στις εξής υποομάδες:
  • Φυλλοπυριτικά
  • Νησοπυριτικά
  • Ινοπυριτικά
  • Κυκλοπυριτικά
  • Σωροπυριτικά
  • Τεκτοπυριτικά



Μαλαχίτης

 
Αζουρίτης


Χαλαζίας



Διαμάντι


 - Φυσικές ιδιότητες των ορυκτών:

1. Λάμψη:

Η λάμψη αναφέρεται στη γενική εμφάνιση μιας επιφάνειας ενός ορυκτού ανεξάρτητα από το χρώμα του, και οφείλεται κυρίως στο ποσό του φωτός που ανακλάται από την επιφάνεια αυτή. Διακρίνεται σε:
Μεταλλική: Όταν το ορυκτό έχει λαμπρή εμφάνιση, που δίνει την εντύπωση μετάλλου.
Μη μεταλλική: Ανάλογα με την εντύπωση που δίνει το ορυκτό χαρακτηρίζεται υαλώδης, αδαμαντώδης, ρητινώδης, στεατώδης, μαργαριτώδης, μεταξώδης, κηρώδης, αλαμπής.
Ημιμεταλλική: Ενδιάμεση λάμψη μεταξύ της μεταλλικής και μη μεταλλικής.

 2. Χρώμα:

Τα ορυκτά ανάλογα με το χρώμα τους διακρίνονται σε:
Ιδιοχρωματικά: Το χρώμα του ορυκτού παραμένει σταθερό.
Αλλοχρωματικά: Το χρώμα του ορυκτού μεταβάλλεται.

 3. Γραμμή σκόνης:

Είναι το χρώμα της σκόνης ενός ορυκτού ή το χρώμα της γραμμής που αφήνει το ορυκτό, όταν τριφτεί σε ένα πλακίδιο ακατέργαστης πορσελάνης.
Με βάση τη γραμμή σκόνης τα ορυκτά διακρίνονται σε:
Αυτόχροα: Τα ορυκτά που δίνουν γραμμή σκόνης χρωματισμένη.
Ετερόχροα: Τα ορυκτά που δίνουν γραμμή σκόνης λευκή ή άχρωμη.

 4. Σκληρότητα:

Σκληρότητα είναι η αντίσταση που παρουσιάζει μία λεία επιφάνεια ενός ορυκτού όταν προσπαθούμε να τη χαράξουμε.
Για τον προσδιορισμό της σκληρότητας χρησιμοποιούμε την εμπειρική κλίμακα Mohs.
Για την κατά προσέγγιση εύρεση της σκληρότητας χρησιμοποιούμε το νύχι (~2½), ένα χάλκινο νόμισμα (~3½), ένα σουγιά (~5½), ένα κομμάτι τζάμι (~5½) ή μια λίμα ατσάλινη (~6½-7).


 ΚΛΙΜΑΚΑ MOHS:
  • 1. Τάλκης,
  • 2. Γύψος,
  • 3. Ασβεστίτης,
  • 4. Φθορίτης ή αργυροδάμας,
  • 5. Απατίτης,
  • 6. Άστριοι,
  • 7. Χαλαζίας,
  • 8. Τοπάζιο,
  • 9. Κορούνδιο,
  • 10. Διαμάντι.
5. Κρυσταλλικό σύστημα:

Όταν το ορυκτό παρουσιάζει καλή κρυσταλλική ανάπτυξη, τότε μπορούμε να αναγνωρίσουμε από το σχήμα των κρυστάλλων το σύστημα κρυστάλλωσής του.
  • Κυβικό
  • Τετραγωνικό
  • Ρομβικό
  • Τριγωνικό
  • Εξαγωνικό
  • Μονοκλινές
  • Τρικλινές
Υπάρχουν αρκετά ορυκτά, τα οποία δεν εμφανίζουν καθόλου κρυστάλλους. Αυτά τα ορυκτά χαρακτηρίζονται άμορφα.

6. Μορφή:
 
Αναφέρεται στα επικρατέστερα μορφολογικά χαρακτηριστικά ενός κρυστάλλου που προκαλούν τη μεγαλύτερη εντύπωση στον παρατηρητή. Η μορφή χρησιμοποιείται για να δείξει το γενικό σχήμα ενός κρυστάλλου πχ. κυβική, οκταεδρική, ρομβοεδρική, πρισματική, πινακοειδής κλπ. Η μορφή αναφέρεται επίσης στη γενική όψη του κρυστάλλου πχ. πλακώδης, βελονοειδής, ινώδης, στηλοειδής, φυλλώδης κλπ. 

7. Συσσωματώματα:
 
Με τον όρο συσσωματώματα εννοούμε τη συνανάπτυξη κρυστάλλων ενός ορυκτού ώστε να μη παρουσιάζουν κανονικότητα ως προς αντίστοιχα κρυσταλλογραφικά στοιχεία.
Η περιγραφή των συσσωματωμάτων σχετίζεται με το μέγεθος των κρυστάλλων, την κατεύθυνση της ανάπτυξής τους, τη μορφή τους, την κρυσταλλικότητα καθώς και με το σχήμα των συσσωματωμάτων.
Οι κυριότεροι όροι που χρησιμοποιούνται είναι: συστάδες, αδένες, γεώδη, κοκκώδη, στιφρά, γεηρά, συμπαγή, λεπιδοειδή, βελονοειδή, ινώδη, ακτινωτά, φυλλώδη, δενδριτικά, ροδακοειδή, δικτυωτά, βοτρυοειδή, σταλακτιτοειδή, νεφροειδή, ωολιθικά κλπ.


8. Ειδικό βάρος:
 
Από φυσική άποψη, ειδικό βάρος είναι ο λόγος του βάρους ενός ορυκτού προς το βάρος ίσου όγκου νερού. Στην ορυκτοδιαγνωστική το ειδικό βάρος ενός ορυκτού εκτιμάται κατά προσέγγιση από την εντύπωση που μας αφήνει το ορυκτό, όταν το "ζυγίζουμε" στο χέρι μας.
Τα μεταλλικά ορυκτά έχουν ένα μέσο ειδικό βάρος περίπου 5,0.
Τα μη μεταλλικά ορυκτά έχουν ένα μέσο ειδικό βάρος περίπου 2,7.


9. Σχισμός:

 Σχισμό ονομάζουμε την τάση που έχει ένα ορυκτό να σπάζει κατά ορισμένες κατευθύνσεις, οι οποίες είναι παράλληλες πάντοτε σε δυνατές κρυσταλλογραφικές έδρες.
Ανάλογα με την τελειότητα των σχισμογενών επιπέδων ο σχισμός χαρακτηρίζεται: πολύ τέλειος, τέλειος, καλός, σαφής, ασαφής.
Συγγενείς έννοιες με το σχισμό είναι ο αποχωρισμός και ο θραυσμός.
Ο αποχωρισμός  μοιάζει με το σχισμό στο ότι έχουμε σπάσιμο παράληλλα σε κρυσταλλογραφικές κατευθύνσεις, διαφέρει όμως γιατί δεν εμφανίζεται σε όλα τα δείγματα ενός ορυκτού σε αντίθεση με το σχισμό.
Θραυσμός  είναι ο τρόπος με τον οποίο σπάζει το ορυκτό όχι όμως παράλληλα σε επιφάνειες σχισμού ή αποχωρισμού. Διακρίνεται σε κογχώδη, ξυλώδη, ινώδη, ανώμαλο κλπ.


10. Διδυμία:
 
Διδυμία είναι η σύμφυση δύο κρυστάλλων του ιδίου ορυκτού που παρουσιάζει κάποια κανονικότητα ως προς όμοια κρυσταλλογραφικά στοιχεία.
Όταν η σύμφυση αποτελείται από δύο μέλη λέγεται διδυμία, από τρία μέλη τριδυμία και από πολλά μέλη πολυδυμία. 


11. Παραγένεση

Παραγένεση ενός ορυκτού είναι το σύνολο των ορυκτών που το συνοδεύουν.
Η παραγένεση μας παρέχει χρήσιμες πληροφορίες για τις φυσικοχημικές συνθήκες κάτω από τις οποίες σχηματίστηκαν τα ορυκτά της.
Κάποια ορυκτά εμφανίζουν χαρακτηριστικές παραγενέσεις, όπως π.χ. τα μεικτά θειούχα (σιδηροπυρίτης, γαληνίτης, σφαλερίτης), τα χαλκούχα ορυκτά (μαλαχίτης, αζουρίτης, κυπρίτης κλπ.) κ.ά. 


12. Χημική δοκιμασία:

 Για την αναγνώριση των ορυκτών χρειάζεται ενίοτε να καταφεύγουμε σε ορισμένες χημικές δοκιμασίες, για να προσδιορίσουμε πχ. το σημείο τήξης τους, την ύπαρξη κάποιων στοιχείων ή ριζών στη σύστασή τους κλπ. Οι χημικές δοκιμασίες διακρίνονται σε πυροχημικές, υγροχημικές και μικροχημικές. 

13. Φωταύγεια:
 
Φωταύγεια είναι η εκπομπή φωτός από ένα ορυκτό, η οποία όμως δεν είναι αποτέλεσμα πυράκτωσης δηλαδή μετατροπής της θερμικής ενέργειας σε φωτεινή.
Η πιο κοινή περίπτωση φωταύγειας είναι ο φθορισμός, δηλαδή η ιδιότητα που έχουν αρκετά ορυκτά να εκπέμπουν ορατό φως, όταν πάνω σε αυτά προσπέσει κάποιο είδος ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας (συνήθως υπεριώδης). Κατά το φθορισμό η φωταύγεια παύει μόλις διακοπεί η προσπίπτουσα ακτινοβολία. Ο φθορισμός πήρε το όνομά του από το φθορίτη, ορυκτό στο οποίο παρατηρήθηκε πρώτα.
Όταν η εκπομπή φωτός συνεχιστεί επί κάποιο χρονικό διάστημα μετά τη διακοπή της επίδρασης, τότε η ιδιότητα καλείται φωσφορισμός. Όνομάστηκε έτσι από την γνωστή ιδιότητα του φωσφόρου.


14. Μαγνητισμός

Τα ορυκτά όταν βρεθούν κάτω από την επίδραση μαγνητικού πεδίου επηρεάζονται κατά διαφορετικό τρόπο που εκφράζεται με την καλούμενη μαγνητική επιδεκτικότητα.
Ανάλογα με τη μαγνητική επιδεκτικότητά τους τα ορυκτά διακρίνονται σε σιδηρομαγνητικά, παραμαγνητικά και διαμαγνητικά.
Ο μαγνητισμός, ως ορυκτοδιαγνωστική ιδιότητα, έχει πρακτική σημασία μόνο για το μαγνητίτη και το μαγνητοπυρίτη, τα μόνα κοινά ορυκτά που έλκονται από ένα μικρό μαγνήτη χεριού.
Έχει όμως μεγάλη σημασία για το διαχωρισμό ορυκτών από μείγμα με τη βοήθεια του μαγνητικού διαχωριστή.



Βαρύτης
Γρανάτης

Κυανίτης

Οπάλλιος
Λαβραδόριο

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

ΤΟ ΠΑΖΛ ΤΩΝ ΣΕΙΣΜΟΛΟΓΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΣΕΙΣΜΟ ΒΑΘΟΥΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΠΟΤΕ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΙ...




Ο μεγαλύτερος σεισμός βάθους που έχει ποτέ καταγραφεί συνέβη στις 24 Μαΐου 2013, σε βάθος  609 km στην υποβυθιζόμενη πλάκα Ειρηνικού κάτω από τη θάλασσα του Okhotsk δίπλα στη Kamchatka, Ρωσία.                             (Credit: diagram by L. Ye and T. Lay, map by Ye et al., Science)


Ένας σεισμός μεγέθους 8.3 της κλίμακας Ρίχτερ, ο οποίος χτύπησε βαθιά στη θάλασσα Okhotsk στις 24 Μαΐου, έχει αφήσει τους σεισμολόγους να αγωνίζονται να εξηγήσουν πως αυτός γεννήθηκε. Σε βάθος περίπου 609 χιλιόμετρα, η τεράστια πίεση πάνω στο ρήγμα λόγω βάθους θα έπρεπε να αναστέλλει τη διάρρηξη που έγινε.

"Είναι μυστήριο πως γεννιούνται αυτοί οι σεισμοί. Πως μπορεί ένα τέμαχος να ολισθήσει πάνω σε άλλο τόσο γρήγορα καθώς πιέζεται από τεράστιο βάρος πάχους 610 χιλιομέτρων;" Είπε ο Thorne Lay, καθηγητής της Γης και πλανητικών επιστημών στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, Santa Cruz.


Ο Lay είναι συνεργαζόμενος συγγραφέας μίας δημοσίευσης που αναλύει τα σεισμικά κύματα που έρχονται από τους σεισμούς της θάλασσας Okhotsk. Ο κύρος συγγραφέας, Lingling Ye, ηγήθηκε της σεισμικής ανάλυσης, η οποία έδειξε ότι αυτός ήταν ο μεγαλύτερος σεισμός βάθους που έχει ποτέ καταγραφεί, με σεισμική ροπή 30% μεγαλύτερη από του επόμενου μεγαλύτερου σεισμού, έναν σεισμό του 1994 βάθους 637 χιλιόμετρα κάτω από τη Βολιβία.

Οι σεισμοί βάθους γίνονται στη μεταβατική ζώνη μεταξύ άνω και κάτω μανδύα, στα 400-700 χιλιόμετρα. Συμβαίνουν από την τάση βαθιά στην υποβυθιζόμενη πλάκα, όταν αυτή βυθίζεται κάτω από μία άλλη. Τόσο βαθείς σεισμοί συνήθως δεν προκαλούν μεγάλη δόνηση στην επιφάνεια ώστε να είναι καταστροφικοί, αλλά έχουν μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον.

Εδώ φαίνονται οι μηχανισμοί διάρρηξης για το σεισμό. Πρόκειται για κανονική διάρρηξη.

Η ενέργεια που εκλύεται από το σεισμό αυτό, προκάλεσε δονήσεις οι οποίες καταγράφηκαν από χιλιάδες σεισμικούς σταθμούς στον κόσμο. Οι Ye, Lay και οι συνεργάτες τους επισήμαναν ότι απελευθερώθηκε ενέργεια τρεις φορές περισσότερη από το σεισμό της Βολιβίας, συγκρίσιμη με έκρηξη 35 μεγατόνων TNT.                                                                                                                                                        Η περιοχή διάρρηξης ήταν επίσης μεγαλύτερη. Η διάρρηξη επεκτάθηκε περίπου 180 χιλιόμετρα, μακράν η μεγαλύτερη σε μήκος διάρρηξη για οποιονδήποτε σεισμό βάθους που έχει καταγραφεί, είπε ο Lay. Περιλάμβανε μία διάρρηξη με πολύ μεγάλη ταχύτητα 4 χιλιόμετρα/δευτερόλεπτο, μοιάζοντας έτσι περισσότερο με επιφανειακό σεισμό παρά με βάθους. Η ολίσθηση ήταν 10 μέτρα με μέση ολίσθηση περίπου 2 μέτρα.

"Μοιάζει πολύ με επιφανειακό σεισμό, ενώ της Βολιβίας είχε διάρρηξη πολύ αργή και φαινόταν να παρουσιάζει ένα διαφορετικό μηχανισμό διάρρηξης με παραμόρφωση παρά με ραγδαία θραύση και ολίσθηση", είπε ο Lay.

Οι ερευνητές απέδωσαν τις δραματικές διαφορές μεταξύ αυτών των δύο σεισμών βάθους σε διαφορές στην ηλικία και την θερμοκρασία της υποβυθιζόμενης  πλάκας. Η βυθιζόμενη πλάκα του Ειρηνικού κάτω από τη θάλασσα του Okhotsk (που βρίσκεται ανάμεσα στην χερσόνησο Kamchatka  και της ηπειρωτικής Ρωσίας) είναι πολύ ψυχρότερη από την υποβυθιζόμενη πλάκα όπου ο σεισμός του 1994 σημειώθηκε στη Βολιβία.

"Στην περίπτωση της Βολιβίας, η θερμότερη  πλάκα οδήγησε σε μια πιο πλαστική διαδικασία με περισσότερη παραμόρφωση",  είπε ο  Lay.

Ο σεισμός της θάλασσας Okhotsk μπορεί να περιλαμβάνει επανδιάρρηξη ρήγματος στην πλάκα που παράγεται όταν η ωκεάνια πλάκα βρέθηκε κάτω από τη Kuril-Kamchatka ζώνη καταβύθισης καθώς άρχισε να βυθίζεται. Ωστόσο, ο ακριβής μηχανισμός διάρρηξης  για την αρχική διάτμηση κάτω από τεράστια πίεση παραμένει ασαφής. Η παρουσία της υγρής φάσης  μπορεί να λιπαίνει το ρήγμα, αλλά και όλα τα υγρά θα πρέπει να έχουν συμπιεστεί από την πλάκα πριν φτάσει στο κρίσιμο βάθος.

"Αν το ρήγμα γλιστράει λίγο, η τριβή θα μπορούσε να λιώσει το βράχο και που θα μπορούσε να παρέχει το υγρό, ώστε θα μπορούσαμε να πάρουμε  μια θερμική επίδραση. Αλλά μπορούμε ακόμα να την πάρουμε για να ξεκινήσει η ολίσθηση," είπε ο Lay.           "Κάποια μετατροπή των ορυκτών μπορεί να δώσει την αρχική ώθηση, αλλά δεν μπορεί να ανιχνεύσει άμεσα αυτό. Μπορούμε μόνο να πούμε ότι μοιάζει πολύ με ένα επιφανειακό  γεγονός."

Εκτός από τους Ye και Lay, οι συνεργάτες της δημοσίευσης  συνπεριλαμβάνοντας τον  Hiroo Kanamori του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Καλιφόρνιας και τον Keith Koper του Πανεπιστημίου της Γιούτα. Η παρούσα εργασία υποστηρίχθηκε εν μέρει από το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών.



ΔΙΑΒΆΣΤΕ ΤΟ ΑΥΘΕΝΤΙΚΌ ΆΡΘΡΟ ΕΔΏ